Κοντοστάθηκε. Πήρε μια βαθιά ανάσα. Ένοιωθε τα πόδια του βαριά. Θα ’ταν πάνω από μια ώρα που προχωρούσε μέσα στο χιόνι. Για τα 60 του χρόνια δεν ήταν και λίγο. Ζέστανε με το χνώτο του τα χέρια του μέσα από τα γάντια. Στο τέλος του δρόμου ένα κόκκινο φως. «Κουράγιο και φτάνουμε» σιγοψιθύρισε.

Τι χειμώνας και τούτος! Όπως λένε οι παλιότεροι δε θυμότανε τέτοια βαρυχειμωνιά σαν τη φετινή. Τρεις μέρες το χιόνι έπεφτε ακατάπαυστα. Νύχτα μέρα, μέρα και νύχτα. Οι δρόμοι αδιάβατοι από αυτοκίνητα. Πού και πού έβλεπες κάποιον πεζό. Έσυρε τα βήματά του. Τώρα μπορούσε να διακρίνει καθαρά το κόκκινο φωτάκι δίπλα στην πόρτα. «Ένα κουράγιο ακόμα και φτάσαμε», μονολόγησε. Ανέβηκε τα τρία σκαλοπάτια. Στο κεφαλόσκαλο τίναξε από πάνω του το χιόνι. Έβγαλε τον σκούφο και τα γάντια του. Άφησε κάτω τη σακούλα που κουβαλούσε και έτριψε τις παλάμες του να ζεσταθούν. Έμεινε εκεί μερικά λεπτά. Γύρισε το βλέμμα του τριγύρω. Στη γειτονιά τίποτα δεν είχε αλλάξει. Παλιόσπιτα εγκαταλειμμένα από χρόνια, τοίχοι μισογκρεμισμένοι, παραδομένοι στους δημιουργούς των γκράφιτι.

«Όλα τριγύρω αλλάζουνε και όλα τα ίδια μένουν» μονολόγησε κουνώντας το κεφάλι του. Το κλειδί πάνω στην πόρτα. Χρόνια τώρα πάντα εκεί. Ακόμα και όταν οι κλέφτες άρχισαν να δρούν στην περιοχή, το κλειδί εκεί. «Τι να κλέψουνε μωρέ από μέσα», φιλοσόφησε.

Έστριψε το κλειδί. Η πόρτα άνοιξε με μια στριγκλιά, ίδια μωρού παιδιού, ταράζοντας τη γαλήνη της νύχτας. Πέρασε μέσα κλείνοντας πίσω του την πόρτα. Το φως του δρόμου φώτιζε το γνώριμο σαλόνι. Τα έπιπλα στη θέση τους. Κοντά μισό αιώνα στην ίδια θέση. Οι καρέκλες ξεδοντιασμένες. Οι καναπέδες με το φθαρμένο ύφασμά τους φύλακες του χώρου. Στον τοίχο δυο μεγάλα κάδρα. Ο ναυτικός με το τσιμπούκι στο στόμα και δίπλα το κάδρο με τις εννέα μούσες να χορεύουν γύρω από τον Ορφέα. Και από κάτω τα ονόματά τους. Προχώρησε στο βάθος του διαδρόμου. Ησυχία παντού. Τα κορίτσια σήμερα είχαν ρεπό. Χριστούγεννα, βλέπεις, η κάθε μια πήγε να τα γιορτάσει χωριστά. Έφτασε στο τελευταίο δωμάτιο στο βάθος του διαδρόμου. Στάθηκε μπροστά στην πόρτα. Από μέσα ακουγόταν δυνατά η τηλεόραση. Άνοιξε την πόρτα. Την είδε απέναντι, ξαπλωμένη στο κρεβάτι της. Δίπλα ένα πορτατίφ φώτιζε με το αδύναμο φως του τον χώρο. Στον απέναντι τοίχο ένας τεράστιος καθρέφτης, σπασμένος στη γωνία, με φωτογραφίες μιας ολόκληρης ζωής κολλημένες επάνω του. Την πλησίασε. Ακούμπησε τα χείλη του στο μέτωπό της. Τη φίλησε.

«Αντιγόνη, κοιμάσαι;» της ψιθύρισε στο αυτί. Άνοιξε τα μάτια της  ταραγμένη «Ποιος είσαι;» «Ο Αχιλλέας είμαι Αντιγόνη. Χρόνια πολλά. Καλά Χριστούγεννα».
Μονομιάς έκανε να ανασηκωθεί. «Αχιλλέα, καμάρι μου ήταν ανάγκη να έρθεις με αυτόν τον κωλόκαιρο; γιατί βρε ψυχούλα μου, γιατί;»
«Μπορούσα, Αντιγόνη μου, να σε αφήσω μόνη σου χρονιάρα μέρα; Της έσφιξε τα χέρια μέσα στα δικά του.
«Κρύωσες χαρά μου, θα πάρεις καμιά πνευμονία. Τι το ’θελες σήμερα με αυτό τον χιονιά;»
«Έλα, σώπα, σου ’φερα τα αγαπημένα σου μελομακάρονα».
Τα μάτια της έλαμψαν. Τα λάτρευε τα μελομακάρονα. Ο Αχιλλέας φρόντιζε να της τα φέρνει κάθε χρόνο την ημέρα των Χριστουγέννων. 40 χρόνια δεν το ξέχασε ούτε μια φορά. Εξαίρεση πέντε χρόνια που τον είχε χάσει. Δεν ήξερε που ήταν. Ήταν τότε που ο Αχιλλέας είχε φύγει ξαφνικά στο Παρίσι.

Η χούντα του είχε απαγορεύσει την έξοδο από τη χώρα κι έτσι είχε φύγει κρυφά, με ξένο διαβατήριο. Κάτι η «αντεθνική συμπεριφορά» του πατέρα του, κάτι οι καταγγελίες από καλοθελητές της γειτονιάς ότι «εκφράζεται ο ίδιος κατά της εθνοσωτηρίου επαναστάσεως», όπως του είπαν όταν τον κάλεσαν για εξηγήσεις στην ασφάλεια κι ο Αχιλλέας αδυνατούσε με νόμιμο τρόπο να φύγει για τη Γαλλία και να εκπληρώσει το όνειρό του, να σπουδάσει σκηνοθεσία. Ευτυχώς κάποιοι σύντροφοι από την αντιδικτατορική οργάνωση   μπόρεσαν και τον φυγάδευσαν στη Σουηδία, και από εκεί στο Παρίσι. Στο Παρίσι γνωρίστηκε με άλλους αντιστασιακούς. Με τη Μελίνα και τον Ντασέν. Η γνωριμία μαζί τους τον γοήτευσε. Η Μελίνα τον συνεπήρε με την προσωπικότητά της. Μιλούσαν ώρες ατελείωτες για τέχνη, για κινηματογράφο, και προπάντων για την σκλαβωμένη πατρίδα. Έδωσε όλες τις δυνάμεις και τον χρόνο του στον αντιδικτατορικό αγώνα, δίχως να παραλείψει τις σπουδές του. Η πτυχιακή του εργασία ήταν μια ταινία με θέμα τα βασανιστήρια της χούντας των συνταγματαρχών. Η ταινία είχε φοβερή απήχηση όπου προβλήθηκε στην Ευρώπη. Αφύπνισε συνειδήσεις. Το αντιδικτατορικό κίνημα στη Ευρώπη ολοένα και φούντωνε. Η χούντα στην Αθήνα θορυβήθηκε. Του αφαίρεσαν την ιθαγένεια. Αυτό τον πείσμωσε περισσότερο. Η μεταπολίτευση τον έφερε πίσω στην Ελλάδα. Την επόμενη με ένα κουτί μελομακάρονα επισκέφθηκε την Αντιγόνη. Την βρήκε εκεί στο «σπίτι». Έπεσε στην αγκαλιά της. «Αντιγόνη, Αντιγόνη μου, λατρεμένη μου Αντιγόνη». Εκείνη τον κοίταξε σα να μη πίστευε στα μάτια της. «Αχιλλέα… ψυχή μου… καμάρι μου.» Αγκαλιάστηκαν σφιχτά και έκλαιγαν σαν τα μικρά παιδιά. Της είπε τα νέα του. Εκείνη τον κοιτούσε όλη την ώρα στα μάτια, της κρατούσε συνεχώς το χέρι. Η Αντιγόνη, ο θησαυρός του.

Βγήκε στο πεζοδρόμιο στα 18 της. Πέθανε η μητέρα της και τους άφησε μονάχους. Αυτή στα 18 και τα δυο αδέλφια της 14 και 12 χρονών. Ο πατέρας τους είχε φύγει από το σπίτι πριν χρόνια και από τότε δεν είχε δώσει σημεία ζωής. Κάποιοι έλεγαν ότι τον είδαν να πουλάει χαϊμαλιά στους τουρίστες στην Κρήτη. Αλήθεια, ψέματα, ποιος να ξέρει. Η μάνα τους καθάριζε σπίτια. Κουτσά στραβά τα βγάζαν πέρα. Η Αντιγόνη κατάφερε και τέλειωσε το εξατάξιο γυμνάσιο. Σαν ορφάνεψαν χτύπησε πόρτες για να βρει δουλειά. Όλοι την κοιτούσαν με μάτι πονηρό. Δεν βρήκε πουθενά. Και τότε το αποφάσισε: θα έβγαινε στο πεζοδρόμιο. Έπρεπε να επιβιώσει αυτή και τα αδέλφια της.

«Έλα Αντιγόνη, πάρε από τα μελομακάρονα», της είπε τρυφερά ο Αχιλλέας. «Ψυχή μου, νάσαι καλά που και φέτος δεν το ξέχασες… να ’χεις την ευχή μου. Έλα, δώσε μου ένα να χαρείς». Άπλωσε το χέρι της. Έτρεμε. Ήταν κι αυτό το πάρκινσον που την είχε καταβάλει. Φέτος χειροτέρεψε. Την βοήθησε να το βάλει στο στόμα της. Εκείνη έκλεισε τα μάτια και απολάμβανε με ηδονή το μελομακάρονο. Στο πρόσωπό της έβλεπες ζωγραφισμένη την ευχαρίστηση. Καθώς την κοιτούσε ο Αχιλλέας θυμήθηκε την ημέρα που την είχε γνωρίσει.

Μόλις είχε τελειώσει το εξατάξιο γυμνάσιο. Μια μέρα ο Τάσος, μεγαλύτερος ένα δυο χρόνια από τους άλλους, τους έριξε την ιδέα. «Μάγκες αύριο ετοιμαστείτε, πάμε μπουρδελότσαρκα». Άβγαλτοι οι περισσότεροι, στην αρχή κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. «Τι κοιτάτε σα χάνοι ρε; είπαμε αύριο φεύγουμε για μπουρδελότσαρκα». Ποιος θα τολμούσε να φέρει αντίρρηση στον Τάσο. Βλέπεις, τον είχαν αναγνωρίσει όλοι ως τον αρχηγό της παρέας. Εξ άλλου οι γαργαλιστικές λεπτομέρειες του Τάσου τούς ξεσήκωσαν για τα καλά. «Αχιλλέα, θα έρθεις και εσύ. Έφτασε η ώρα να γίνεις άντρας». Ο Αχιλλέας ένοιωσε τη γη να χάνεται κάτω από τα πόδια του. Τι ήθελε να του πει ο Τάσος; Λες να κατάλαβε κάτι; Πάει λίγος καιρός που ένοιωθε ότι δεν τον ελκύουν ερωτικά οι γυναίκες. Εξ άλλου όποτε έβλεπε τον ξανθομάλλη φοιτητή με τα γαλανά μάτια που έμενε στο απέναντι διαμέρισμα, ένοιωθε το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι του,την καρδιά του να χτυπά δυνατά και τα μηνίγγια του να σφυροκοπούν δαιμονισμένα. Και τώρα, τι ήθελε να πει ο Τάσος λέγοντάς του πως «ήρθε η ώρα να γίνει άντρας»; Το βράδυ στριφογύριζε στο κρεβάτι του. Η ζέστη και οι κουβέντες του Τάσου τον αναστάτωσαν.

Την επόμενη αποφάσισε να πάει μαζί τους. Δεν έπρεπε να καταλάβει κανείς απολύτως τίποτα. Σαν έφτασε το βραδάκι, έβαλε το άσπρο του παντελόνι, το κόκκινο μπλουζάκι, την αγαπημένη του κολόνια και συνάντησε την παρέα στη πλατεία. Κατηφόρισαν από το Τσινάρι προς τον Βαρδάρη. Κάποια στιγμή ο Τάσος σταμάτησε μπροστά σε ένα παλιό σπίτι με κόκκινο φωτάκι δίπλα στην πόρτα. Στρίβοντας το κλειδί στη πόρτα είπε στην παρέα «Μάγκες, φτάσαμε, βουρ μέσα, έφτασε η ώρα να γίνετε άντρες». Προχώρησαν στο εσωτερικό. Ο Τάσος μπροστά και οι άλλοι από πίσω. Στο σαλόνι πέντε έξι καρέκλες και δυο καναπέδες. «Αράξτε», διέταξε ο Τάσος. Ο Αχιλλέας κοντοστάθηκε. «Αχιλλέα, κάθισε», είπε επιτακτικά ο Τάσος. Ο Αχιλλέας υπάκουσε ανόρεκτα. Το βλέμμα του περιπλανήθηκε στον χώρο. Τρεις φαντάροι περίμεναν καρτερικά τη σειρά τους. Στο μέσο της σάλας ένα τραπέζι ροτόντα με ένα δαμάσκο τραπεζομάντηλο και πάνω του ένα βάζο λερωμένο, με πλαστικά λουλούδια. Στον τοίχο το κάδρο με τον ναυτικό με τσιμπούκι στο στόμα και πάνω από τον τετραθέσιο καναπέ ένα μεγάλο κάδρο με τις «εννέα μούσες εν χορώ» γύρω από τον Ορφέα. Από κάτω τα ονόματα των μουσών. Βάλθηκε να τα αποστηθίσει για να ξεχαστεί. Η μυρωδιά στον χώρο ανυπόφορη. Η ζέστη, η υγρασία, η έντονη οσμή της κλεισούρας, η μπόχα από τα άρβυλα και τα ιδρωμένα σώματα έκαναν την ατμόσφαιρα στο σαλόνι αποπνικτική. Από το βάθος του διαδρόμου φάνηκε μια ξεδοντιασμένη γριά. «Ποιος έχει σειρά;… εμπρός, δεύτερο δωμάτιο δεξιά… αντέστε κουνηθείτε. Θα πλακώσουν και άλλοι σε λίγο δε θα το ξημερώσουμε».΄Ενας φαντάρος σηκώθηκε και με γρήγορο βήμα προχώρησε στο δωμάτιο. Σε λίγο η τσατσά τους οδηγούσε έναν ένα στα κορίτσια.

Μπήκε ο Τάσος, και έπειτα και οι άλλοι. Βγήκαν αναψοκοκκινισμένοι με την ευχαρίστηση ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους. «Έλα μικρέ, η σειρά σου», είπε προστακτικά ο Τάσος. Ο Αχιλλέας ένοιωσε τη γη να χάνεται κάτω από τα πόδια του. «Στο τελευταίο δωμάτιο, στο τέλος του διαδρόμου», διέταξε η τσατσά. «Αντιγόνη σου στέλνω έναν μικρό. Άβγαλτο είναι, περιποιήσου το». Ο Αχιλλέας κοντοστάθηκε μπροστά στην πόρτα. Ήθελε να το βάλει στα πόδια. Έτρεμε. Άνοιξε δειλά την πόρτα. Μια γυναίκα ημίγυμνη του έκανε νεύμα να περάσει. «Έλα μικρέ. Προχώρα μη διστάζεις». «Καλησπέρα σας. Είμαι ο Αχιλλέας». «Η Αντιγόνη είμαι» του απάντησε καθώς κούμπωνε την αραχνοΰφαντη ρόμπα που φορούσε. «Έλα μικρέ, κάθισε. Εδώ, στη καρέκλα. Άπλωσε το χέρι και του χάιδεψε τα μαλλιά. Ο Αχιλλέας χαλάρωσε λιγάκι. «Αχιλλέα είσαι και νοστιμούλης, πανάθεμά σε», του είπε με νάζι η Αντιγόνη. Εκείνος κοκκίνισε. Η Αντιγόνη  έπιασε τα χέρια του. Τρέμανε. «Αχιλλέα, συνέχισε η Αντιγόνη,  χαλάρωσε. Ξέρω δεν είσαι έτοιμος ακόμα, δεν πειράζει. Μπορεί και να μη σου αρέσουν οι γυναίκες¨. Ο Αχιλλέας έτρεμε. Τούτη η γυναίκα αποκρυπτογράφησε σε λίγα λεπτά τις μύχιες σκέψεις του. Τις επιθυμίες του. «Έλα μην τρέμεις. Θα καθίσουμε κουβεντιάζοντας εδώ και μετά θα βγεις έξω στους φίλους σου. Κανένας δεν θα καταλάβει τίποτα. Ο Αχιλλέας την αγκάλιασε. «Σε ευχαριστώ, Αντιγόνη, σε ευχαριστώ» της κράτησε τα χέρια. Της είπε για αυτό που νοιώθει πως του αρέσει, για τον νεαρό φοιτητή που έχει μπει στη σκέψη του και στα όνειρά του. Ένοιωθε παράξενα. Τούτη η γυναίκα του ξεκλείδωσε την ψυχή του. Παραδόθηκε. Εκείνη τον άκουγε χωρίς να τον διακόπτει. Όταν ένοιωσε πως τέλειωσε όλα αυτά που ήθελε να βγάλει από μέσα του, του χάιδεψε το πρόσωπο. Τον κοίταξε στα μάτια.

«Ξέρεις μικρέ τι έχουν δει τα μάτια μου και τι έχουν ακούσει τ’ αυτιά μου είκοσι χρόνια που είμαι σε τούτο εδώ το μπουρδέλο; Έμαθα πια να διαβάζω τους ανθρώπους από την πρώτη ματιά. Παλιά πουτάνα στο κουρμπέτι που λένε. Άκουσε αυτά που θα σου πω και βάλτα καλά στο νου σου. Μη νοιώσεις ποτέ άσχημα για τις ερωτικές σου επιλογές. Ο έρωτας δεν έχει φύλο. Αγαπάς τον άλλο για το μυαλό του, για την ψυχή του. Πρόσεξε ένα μόνο. Ό,τι κάνεις στο κρεβάτι σου δεν αφορά κανένα. Οι ερωτικές σου επιλογές μένουν στο κρεβάτι σου. Στην κάμαρή σου. Δεν θα βγάλεις το κρεβάτι σου στο μεϊντάνι.  Ζήσε τη ζωή σου με τον τρόπο που θα σε κάνει ευτυχισμένο. Πάντα όμως με αξιοπρέπεια. Με σεβασμό στον εαυτό σου. Σ’αυτόν μόνο θα δίνεις λόγο . Και στα λέω εγώ, μια πουτάνα που πουλάει το κορμί της. Μιάν άλλη φορά θα σου μιλήσω για μένα».

Ο Αχιλλέας ρουφούσε κάθε λέξη που του ’λεγε τούτη η άγνωστη μέχρι πριν λίγα λεπτά γυναίκα. Είπανε και άλλα, πάνω από μισή ώρα μιλούσαν χωρίς τελειωμό. «Έλα, σήκω τώρα τελειώσαμε για σήμερα. Άσε, δε χρωστάς τίποτα. Θα το κανονίσω εγώ με την τσατσά». Έριξε κάτι επάνω της και ακολούθησε τον Αχιλλέα στο σαλόνι. «Μάγκες τελειώσαμε για σήμερα, το μαγαζί έκλεισε». Άναψε τσιγάρο και γυρνώντας προς τη μεριά του Τάσου του λέει:

«Μόρτη, φωτιά στο κρεβάτι ο μικρός. Αυτός μάτια μου θα γίνει μεγάλος εραστής. Είναι θαρρείς πλασμένος για να κάνει ευτυχισμένες τις γυναίκες .Χαρά σε αυτές που θα τον έχουν στην κάμαρή τους ». Έβαλε το χέρι της στους ώμους του Αχιλλέα και του ’σκασε ένα πεταχτό φιλί στο μάγουλο. «Μικρέ, να μας ξανάρθεις και θα ’χεις και έκπτωση. Τέτοια παλληκάρια δεν είναι για να τα απολαμβάνουν άλλες. Το τερπνό με το ωφέλιμο. Καλά το ’πα, μωρή Ευανθία; » λέει γελώντας προς στην τσατσά που βγήκε από το δωμάτιο με τα σεντόνια στο χέρι. «Άντε, κλείσε την πόρτα μωρή. Και άσε το κλειδί απόξω. Μπορεί να περάσει κανένας πεινασμένος, να του δώσεις ένα πιάτο φαγητό να φάει».

«Α! ρε Αντιγόνη! πόσα έμαθα από σένα», της είπε καθώς της έβαζε στο στόμα το δεύτερο μελομακάρονο. «Κάθε φορά που ερχόμουν να σε βρω, μου ’δινες μαθήματα ζωής. Και όταν έφευγα ένοιωθα πιο πλούσιος. Πόσα σου χρωστώ να ήξερες!». «Έλα σταμάτα, μη λες μαλακίες.Ό,τι έγινες, όπου έφτασες, έφτασες γιατί το αξίζεις. Με το σπαθί σου ρε μικρέ, έφτασες ψηλά. Να προχτές είδα στην τηλεόραση την τελευταία σου ταινία. Είσαι σπουδαίος, ρε Αχιλλέα. Την βλέπαμε παρέα με τα κορίτσια του σπιτιού εδώ στο δωμάτιό μου. Έρχονται τα βράδια και μου κρατάνε συντροφιά πριν φύγουν. Να ’ναι καλά. Με αφήσανε να μένω και σε τούτη δώ την κάμαρη σαν πήρε φωτιά το σπίτι μου και έμεινα στους πέντε δρόμους. Φούσκωσαν τα στήθια μου από περηφάνια σαν διάβασα στο τέλος με μεγάλα γράμματα: Σκηνοθεσία Αχιλλέας Αθανασίου. Βλέπετε, μωρ ’σεις ; ξέρετε ποιος είναι αυτός ; αυτός είναι ο Αχιλλέας… ο δικός μου Αχιλλέας». Πέσανε στην αγκαλιά μου και με φιλούσανε κλαίγοντας. Αλλά τι το ’θελες εκείνο το …η ταινία είναι αφιερωμένη στην Αντιγόνη μου. Τον πιο σπουδαίο άνθρωπο της ζωής μου ! Ποια είμαι εγώ, βρε Αχιλλέα; Μια πουτάνα είμαι, μια πουτ…». Της έκλεισε με την παλάμη του το στόμα. Τη φίλησε στο μέτωπο τρυφερά. Ένα δάκρυ κύλισε στα μάτια του. «Αντιγόνη μου, λατρεμένη μου Αντιγόνη» της ψιθύρισε. Αγκαλιάστηκαν. Έμειναν εκεί αγκαλιασμένοι κλαίγοντας. Έξω χιόνιζε. Ένα κόκκινο φωτάκι άναβε δίπλα στην πόρτα. Και το κλειδί πάνω στη σκουριασμένη από τα χρόνια κλειδαριά.

 

Κείμενο και φωτογραφία εξωφύλλου: Δημήτρης Κανονίδης