«Μου αρέσει!» ήταν το πρώτο που σκέφτηκε η Αλεξάνδρα όταν ψηλαφώντας στο σκοτάδι κατάφερε επιτέλους να εντοπίσει το διακόπτη. Ένα αχνό, διακριτικό φως σκορπίστηκε στο χώρο και το όμορφο, πολυτελές δωμάτιο του ξενοδοχείου, αποκαλύφθηκε μπροστά της. Δίπλα της η βαλίτσα και πιο κει παρατημένο το μικρό της σακίδιο.

Τίποτα δε μπορούσε και δεν έπρεπε να διαταράξει τη γαλήνη που τόσο επιθυμούσε. Τίποτα απολύτως. Ψαχουλεύει για να εντοπίσει το τηλέφωνο της και λίγα δευτερόλεπτα μετά στέλνει αποφασιστικά ένα σύντομο μήνυμα:

«Όλα είναι μια χαρά, μην ανησυχείς» θα σε πάρω εγώ αύριο».

Η νύχτα αρκετά ζεστή για τον τόπο και την εποχή δε αφήνει περιθώρια επιλογής. Η Αλεξάνδρα πετά το κινητό στο σάκο και προχωρά προς το μπάνιο για μπόλικο νερό στο πρόσωπο μια που η ανάγκη για δροσιά είναι επιτακτική. Κοιτάζεται φευγαλέα στον καθρέφτη κι αμέσως αποστρέφει το βλέμμα μη τυχόν και συναντηθεί πάλι με εκείνα τα σκουριασμένα καστανά μάτια που τόσο την τρομάζουν.

Όχι βέβαια. Ούτε και σήμερα έχει όρεξη να αντικρύσει το είδωλο της, ούτε και να πιάσει κουβέντα μαζί του, όπως συχνά κάνει το τελευταίο διάστημα. Αντί για αυτό, περιφέρεται στο δωμάτιο, ανάβει τσιγάρο κι ανοίγει το ψυγείο με την ελπίδα να βρει κάτι συνοδευτικό. Ένα μπουκάλι λευκό κρασί κι ένα σακουλάκι με φιστίκια είναι υπεραρκετά για να την αποζημιώσουν και το κυριότερο να συνοδεύσουν τη μοναξιά της στο μπαλκόνι αυτή την πρώτη μέρα των διακοπών.

Παρόλο που το site την είχε προειδοποιήσει για την απίστευτη θέα στο πέλαγος, η έκπληξη από την απεραντοσύνη που ανοιγόταν μπροστά της ανεμπόδιστη την βρήκε απροετοίμαστη και με ανοικτό στόμα. Το σκούρο μπλε του ουρανού μπερδεύεται με αυτό της θάλασσας και μέσα αντιφεγγίζουν τα αστέρια του.

Όχι, αυτή τη στιγμή παραδόξως δεν έχει καν την ανάγκη μουσικής γιατί ο ήχος από τα κύματα που σκάνε στα βράχια φτάνει στα αυτιά της σαν την πιο όμορφη μελωδία. Η θαλάσσια αύρα πλημυρίζει τα πνευμόνια της. Παίρνει μια βαθιά ανάσα, υψώνει τα χέρια πάνω απ το κεφάλι και χαιρετά τη βαρκούλα που την στιγμή εκείνη παλαντζάρει στα βαθιά.

Βρισκόταν επιτέλους εκεί, μόνη. Αυτή και το απέραντο γαλάζιο, ελεύθερη να ταξιδέψει στις σκέψεις της μέχρι να φέξει. Τίποτα δε μπορούσε πια να την εμποδίσει. Το πρόγραμμα καταστρώθηκε κι όλας από μόνο του: θα περνούσε το βράδυ της αναπολώντας στιγμές, πίνοντας κρασί και βουτώντας στο παιχνίδι των αναμνήσεων που τόσο της άρεσε. Αυτό, που τη μια είναι κοριτσάκι τόσο δα μικρό στην αυλή της γιαγιάς, την άλλη φοιτητριούλα, ερωτευμένη με την χαρά της ζωής και την επόμενη κρατά στην αγκαλιά τον μικρό της άγγελο, μανούλα για πρώτη φορά.

Όλη της η ζωή κύλισε όμορφα. Χωρίς εκπλήξεις, ευχάριστες ή δυσάρεστες, χωρίς δράματα και στεναχώριες πολλές. Από την μέρα που θυμόταν τον εαυτό της, αυτή, το καλό παιδί, ήταν το καμάρι των γονιών και ολόκληρης της γειτονιάς.

Μα αν ήταν πρώτη στο σχολείο, πρώτη στο πανεπιστήμιο, η καλύτερη στην δουλειά της και στο σπιτικό της αργότερα τότε τι πήγε στραβά γαμώτο; Γιατί ξαφνικά πνίγεται και δεν μπορεί να πάρει ανάσα;

Αρκετά!

Αποδιώχνει από μέσα της όλες τις απαντήσεις.

Σηκώνεται.

Τελικά δεν ήταν τόσο δύσκολο.

Έπρεπε απλά να φτάσει στο όριο της.

Κάθε άνθρωπος έχει ένα, κι αυτό δεν το γνώριζε μέχρι χθες. Το ανακάλυψε τυχαία όταν ο άντρας της ανακοίνωσε με ύφος περίλυπο, κομπιάζοντας και ιδρώνοντας -παρά την τεχνητή δροσιά που προσέφερε απλόχερα το κλιματιστικό του σαλονιού-, ότι οι διακοπές αναβάλλονται μέχρι νεοτέρας τουλάχιστον. Δε γινόταν να λείψει την συγκεκριμένη εβδομάδα. Ήταν ο πλέον έμπειρος πωλητής που διέθετε η εταιρεία……

Τον άκουγε με ψυχραιμία. Ανέκφραστα με όλη αυτή την παγωμάρα που εισχώρησε μέσα της ξαφνικά. Για πρώτη φορά δε γκρίνιασε, δε δάκρυσε, δε θύμωσε. Τον κοίταξε ευθεία στα μάτια και με φωνή ήρεμη και σιγανή του ανακοίνωσε πως αφού τα είχε ήδη κανονίσει όλα, παιδί, δωμάτιο, εισιτήρια, και αφού δεν γινόταν να πάρουν τα χρήματα της προκαταβολής πίσω, θα πήγαινε μόνη της. Έμεινε να την κοιτά με το στόμα ανοικτό.

«Το πολύ να κάνει μια σκηνή, να μην μου μιλά κάνα δύο μέρες κι έπειτα όλα μέλι γάλα.» Κάθισε στον καναπέ, ξεκούμπωσε το παντελόνι του για να νιώσει πιο άνετα – είχε βλέπεις βάλει κιλά τα τελευταία χρόνια- και ψέλλισε ένα «όπως νομίζεις» μέσα απ τα δόντια.

Τι θέλω και τα σκέφτομαι τώρα αυτά μου λες;

Αρκετά!

Αποδιώχνει από μέσα της όλες τις απαντήσεις.

Σηκώνεται.

Λίγα λεπτά μετά βρίσκονταν ξαπλωμένη στην λευκή ξαπλώστρα ακριβώς εκεί που σκάει το κύμα. Η μέρα ηλιόλουστη, ζεστή και γλυκιά. Μπροστά της η θάλασσα με όλο αυτό το διάφανο, γαλανό χρώμα που αγαπά κι η παραλία σπαρμένη από πολύχρωμα γυαλιστερά βότσαλα και αναρίθμητα άσπρα, μικροσκοπικά κοχύλια. Πίσω της το βουνό των Κενταύρων, κατάφυτο με μεγάλα αιωνόβια πλατάνια και βελανιδιές να αγκαλιάζει στοργικά την ακτή.

«Πόσο θαυμαστή ισορροπία, καταγράφει στο σημειωματάριο, ευλογημένος τόπος! Και τι μεγάλη ευτυχία να μην τον έχουν ανακαλύψει ακόμη οι ορδές της φυλής των τουριστών. Μοναδικό σημάδι πολιτισμού στο άγριο τούτο τοπίο, το μικροσκοπικό ξενοδοχείο που τυχαία ανακάλυψα στον λαβύρινθο του ίντερνετ και που καθόλου δεν μετάνιωσα για αυτό.»

Μόνη της παρέα το τελευταίο βιβλίο της Ιζαμπέλ Αλιέντε, το σημειωματάριο για να καταγράφει τις σκέψεις της κι η φωτογραφική της μηχανή. Ούτε λόγος πια για το κινητό της – επίτηδες αφημένο πάνω στο κομοδίνο –.

Τρεις καφέδες, ένα τοστ, μια σαλάτα του Καίσαρα, ένα παγωτό, πέντε, έξι τουλάχιστον βουτιές στην θάλασσα, μπόλικα βότσαλα και κοχύλια σε ένα μικρό σακουλάκι κι ένα βιβλίο μισοτελειωμένο ήταν ο απολογισμός της μέρας.

Απογευματάκι πια, σε λίγο θα έπεφτε ο ήλιος, κι ένα ελαφρύ, δροσερό αεράκι ανακάτευε τα μακριά, ανοιχτόχρωμα μαλλιά της. Ο ουρανός είχε πάρει το βαθύ του μπλε χρώμα και καθρεφτίζονταν μαγικά στο νερό.

Η Αλεξάνδρα ντυμένη πια, τακτοποιεί τα πράγματα της κι αφήνει έξω μόνο την φωτογραφική μηχανή.

«Έλα γλυκιά μου, ώρα για βόλτα…» της ψιθυρίζει τρυφερά και ξεκινούν.

Λίγο πιο κάτω μια ξύλινη λευκή βάρκα ακουμπά στην ακροθαλασσιά. Ένας άντρας ψηλός και σωματώδης, ταιριαστός με τους βράχους ολόγυρα του, φορά ένα πολυκαιρισμένο παντελόνι, ακαθόριστου χρώματος και προσπαθεί να τραβήξει τη βάρκα στην αμμουδιά τραβώντας με ένα χοντρό σχοινί.

Η προσπάθεια τον έχει καταβάλλει, η βάρκα είναι μεγάλη και βαριά για έναν μόνο άντρα. Από το μέτωπο του στάζει ο ιδρώτας, το πρόσωπο του έχει κοκκινίσει και τα μάτια του πετούν φωτιές. Σηκώνει το δεξί του χέρι για να διώξει τις ατίθασες μελαχρινές τούφες που έχουν ξεφύγει από το κορδελάκι που τις συγκρατεί και πέφτουν στο πρόσωπο του.

Ξαφνικά αντιλαμβάνεται την παρουσία της και γυρνά απότομα προς αυτήν. Η ματιά του ενώνεται με τη δική της.

Παγώνει.

Και μετά φλέγεται.

Ξεροκαταπίνει.

Εκείνη νιώθει τα πόδια της να λυγίζουν μα το βλέμμα δεν το κατεβάζει. Ντρέπεται αφόρητα που «την έπιασε στα πράσα» να τον φωτογραφίζει. Δε φωτογραφίζει ανθρώπους, ποτέ! Φωτογραφίζει σύννεφα, πουλιά, δέντρα, θάλασσες, βουνά, αστέρια, μα ποτέ ανθρώπους. Μέχρι σήμερα.

Ντροπιασμένη και μόνη, συνεχίζει. Το τροχόσπιτο στην άλλη άκρη της παραλίας της κέντρισε την περιέργεια να εξερευνήσει κι εκείνη την πλευρά. Επιτέλους μόνη και ελέυθερη σε αυτά τα βράχια που θαρρείς κρεμόταν πάνω από το νερό και τίποτα δεν μπορούσε να διαταράξει την ηρεμία τους. Φωτογράφιζε τις αντανακλάσεις του φωτός επάνω τους όταν άκουσε τον παφλασμό της βάρκας που προσέγγιζε την ακτή.

Όχι, δεν ήταν μόνη και ελεύθερη! Πίσω της αναγνώρισε τη βαρκούλα που χαιρέτησε αυθόρμητα από το μπαλκόνι του ξενοδοχείου. Χωρίς να το καταλάβει άρχισε να τραβά φωτογραφίες. Η προσπάθεια του άντρα την είχε εντυπωσιάσει ώσπου…

«Αντί να τραβάς φωτογραφίες δεν έρχεσαι να μου δώσεις ένα χεράκι λέω εγώ;» είπε εκείνος  πρώτος.

Η φωνή του, τραχιά και βραχνή, μα ο τόνος της φιλικός και παιχνιδιάρικός. Ερώτηση και εντολή συγχρόνως που αδύνατον να αρνηθεί κανείς. Ακουμπά τη μηχανή προσεκτικά σε ένα βραχάκι και μπαίνοντας στο νερό ως τα γόνατα αρχίζει να σπρώχνει τη βάρκα προς τα έξω σαν ένα σιωπηρό παιχνίδι που μεταξύ τους συμφωνήθηκε. Γίνεται και πάλι κοριτσάκι δεκάξι χρονών που σπρώχνει μια βάρκα στο γιαλό με όλη τη δύναμη της κι ας μη γνωρίζει τίποτα για τον ιδιοκτήτη της, ούτε καν το όνομα του.

«Αύγουστος!» της φωνάζει ξαφνικά.

«Μα τι λες; Έχει ήδη μπει ο Σεπτέμβρης, μήπως μπερδεύεσαι;» του απαντά και γελά ανέμελα.

«Αύγουστος είναι το όνομα μου» λέει και γελά και αυτός με την αστεία παρανόηση.

«Ευτυχώς τότε που δεν με λένε Ιουλία!»

Ξεκαρδίζονται και οι δύο και ο πάγος σπάει στη στιγμή.

Την πλησιάζει και με τα δάκτυλα του παραμερίζει μια μπούκλα που έχει πέσει μπρος στο μέτωπο της.

«Το δικό σου;» ρωτά κοιτάζοντας την ευθεία στα μάτια και εκείνη απομένει άφωνη να θαυμάζει το χρώμα των δικών του. Πιο πράσινα και από σμαράγδια, με κάτι πορτοκαλί πιτσιλιές που τα έκαναν να μοιάζουν με τους γυάλινους βόλους που έπαιζε μικρή.

«Δε θα μου πεις; Ιουλία δεν σε λένε, αυτό το ξέρω, μα τότε μήπως σε λένε Μαρία;»

«Aλέκα…» ψιθυρίζει σιγανά, το όνομα μου είναι Αλέκα.

«Αλεξάνδρα, εγώ έτσι θα σε φωνάζω, σου ταιριάζει καλύτερα λέει και τα δάκτυλα που πριν ακουμπούσαν τα μαλλιά της, τώρα της κρατούν το χέρι. Έλα Αλεξάνδρα, πάμε να πιούμε κάτι, δίψασα, συνεχίζει, τραβώντας την προς την μεριά του τροχόσπιτου.

Τον ακολουθεί με χαρά. Διψά τόσο πολύ ξαφνικά…

Τίποτα άλλο δε μεσολάβησε ανάμεσα σε αυτή τη στιγμή και το επόμενο πρωί.

Μόνο, δίψα, μια ατελείωτη δίψα…

Ξημερώματα. Με βήμα ανάλαφρο και χαλαρό επιστρέφει πίσω στο δωμάτιο. Σιγοτραγουδά ανέμελη το σκοπό που της έχει κολλήσει στο νου από το προηγούμενο βράδυ και στο νου της ξεχύνονται αυθόρμητα οι στιγμές της προηγούμενης νύχτας όταν ο ήχος των κυμάτων και τα κελαηδίσματα των αηδονιών συντρόφευαν τη δίψα τους.

Προχωρά προς τη μπαλκονόπορτα με την επιθυμία να την ανοίξει, να μπει καθαρός αέρας στον χώρο, να ευωδιάσει αλμύρα και θάλασσα.

Το γνωστό φωτάκι που αναβοσβήνει πάνω στο κομοδίνο, τραβά την προσοχή της. Η καλή της διάθεση εξανεμίζεται στην σκέψη του. Πόσες αναπάντητες άραγε και πόσα μηνύματα την περίμεναν; Πλησιάζει προς τα εκεί με βαριά καρδιά.

«Αλέκα έλεος! Πώς εξαφανίζεσαι έτσι γαμώτο; H μικρή ανέβασε ξαφνικά σαράντα πυρετό και κάνει συνέχεια εμετό. Πάρε επιτέλους τηλέφωνο. Τα έχω παίξει.»

Οκτώ αναπάντητες, και ένα μόνο μήνυμα.

Σαν άδειο σακί πέφτει στο κρεβάτι. Απέναντί της ο καθρέφτης. Όχι! Αυτή τη στιγμή καμία όρεξη δεν έχει να αντικρύσει το είδωλο της ούτε και να πιάσει κουβέντα μαζί του. Αποστρέφει το πρόσωπο της από αυτόν.

Όχι και πάλι όχι, ειδικώς αυτή τη στιγμή καμία όρεξη δεν έχει να πιάσει κουβέντα μαζί της.

Οι τύψεις κι οι ενοχές ξεκινούν την ολομέτωπη  πια επίθεση «Το παιδί! Το κοριτσάκι σου υποφέρει και εσύ; Τι κάνεις εσύ μου λες; Χαριεντίζεσαι σαν καμιά του δρόμου, ξέκωλο μπροστά στον κάθε άγνωστο»

Κλείνει τα μάτια για μια μόνο στιγμή. Νιώθει τρομερά κουρασμένη. Η μαγεία της χθεσινής βραδιάς ξεθωριάζει, η λογική αντιμάχεται την καρδιά, προσπαθεί να μετρήσει σωστά την κατάσταση, να πάρει γρήγορες αποφάσεις.

Στέκεται μπροστά στον καθρέφτη αποφασιστικά αυτή τη φορά και κοιτά βαθιά μέσα του, δίχως να φοβάται πια. Ξέρει πως ήρθε η ώρα να την αντιμετωπίσει στα ίσια, να αντιμετωπίσει την αληθινή ζωή.

Η άλλη πλευρά του καθρέπτη την κοιτά με θλίψη- ίσως και συμπόνια – και μένει για λίγο σιωπηλή. Έχει κατά τα άλλα γλυκό βλέμμα: τεράστια μάτια και καφετιά σαν ζεστή σοκολάτα. Τι κι αν γύρω τους έχουν μαζευτεί πέντε έξι βαθιές ρυτίδες, που πλέκουν ιστό ως ταραντούλες; Τι και αν οι αχνοί, σκούροι κύκλοι κάτω απ τα βλέφαρα έχουν γίνει πιο μαύροι και απ την μαύρη νύχτα; To βλέμμα παραμένει γλυκό και γοητευτικό.

«Θάρρος Αλεξάνδρα!   Άφησε με για μια φορά μονάχα. Δείξε μου εμπιστοσύνη»

«Αλέκα με λένε, το ξέχασες;» απαντά με ξινισμένο ύφος.

«Όταν όμως εκείνος σε φώναζε Αλεξάνδρα δε διαμαρτυρήθηκες»

«Άλλο αυτό. Εκείνος ήταν για μια στιγμή, δεν ήταν για πάντα. Ήταν απλά ένα όνειρο καλοκαιρινό» δικαιολογήθηκε.

Κατέβασε το κεφάλι πικραμένη. Το δάκρυ που είχε για ώρα σταθεί στην άκρη των βλεφάρων, κύλησε κι έφερε μαζί του κι άλλα δάκρυα, πολλά.   Εκείνη είχε καταφέρει και πάλι να τη γεμίσει ενοχές.

Επάνω στο έπιπλο βρίσκονται το πακέτο με τα τσιγάρα, τα αρπάζει και με τρεμάμενα χέρια ανάβει ένα. Ο καπνός εισχωρεί βίαια στα πνευμόνια της και την πονά με τρόπο παράξενο, πόνος που χαλαρώνει. Ή μήπως που της αξίζει ως τιμωρία;

Η επόμενη ρουφηξιά είναι πιο βαθιά. Ο πόνος οξύτερος.

Τόσο το καλύτερο.Τώρα στέκεται στην άκρη του μικρού μπαλκονιού και κρατιέται από την κουπαστή. Δεν μπορεί να εντοπίσει ακριβώς το πότε και το γιατί, μα τον τελευταίο χρόνο, όλο και πιο συχνά την πιάνει αυτό το σφίξιμο στην καρδιά. Εγκλωβισμένη, εξαπατημένη από όλους, μα περισσότερο από τον εαυτό της κι όταν όλοι γύρω τη θαυμάζουν, εκείνη βουλιάζει κάθε μέρα που περνάει όλο και πιο βαθιά στην απογοήτευση από τον εαυτό της.

Γυρνά απότομα την πλάτη της στην πανέμορφη ανατολή και βιαστικά τηλεφωνεί.

Στην άλλη πλευρά του τηλεφώνου, η μητέρα -ευτυχώς! με εκείνον δεν θα άντεχε να αναμετρηθεί τώρα-.

Έτσι πια βλέπει την σχέση τους. Μια καθημερινή αναμέτρηση και ο πιο δυνατός ας νικήσει.

Όλα ήταν υπό έλεγχο όμως πόσο πρέπον θα ήταν το παιδί να είναι άρρωστο και η μάνα να κάνει διακοπές;

«καλό θα ήταν να επιστρέψεις εντός της ημέρας θα ήταν απρεπές….»

Η γραμμή κλείνει.

Τα βήματα της την οδηγούν κουρασμένα ως την ρεσεψιόν με τη βαλίτσα της και πάλι έτοιμη βιαστικά για αναχώρηση.

«Λεωφορεία έχει μόνο αργά το βράδυ, όμως από το διπλανό κεφαλοχώρι περνά σε μία ώρα» την πληροφορεί η ρεσεψιονίστ και της προτείνει να καλέσει ταξί. Δεν έχει πολλές επιλογές. Γνέφει καταφατικά τη στιγμή ακριβώς που η κεντρική πόρτα ανοίγει και πριν καλά καλά το καταλάβει, εκείνος, βρίσκεται δίπλα της.

«Τι συμβαίνει;» τη ρωτάει και πιάνοντας την απ το χέρι, την οδηγεί σε ένα απόμερο τραπεζάκι στο βάθος του σαλονιού.

«Πως βρέθηκες εδώ» απορεί κι εκείνη με την σειρά της, αποφεύγοντας να απαντήσει στο δικό του ερώτημα.

«Έφερα ψάρια στο εστιατόριο και μετά στο λογιστήριο να πληρωθώ. Εσύ τι έχεις, θα μου πεις;»

«Η κόρη μου είναι άρρωστη με πυρετό, πρέπει να φύγω. Η κοπέλα θα μου φωνάξει ταξί για να προλάβω το δρομολόγιο από την Ζαγορά».

«Θα έφευγες χωρίς να με χαιρετίσεις λοιπόν!» και η φωνή του είχε μέσα βεβαιότητα αλλά και λύπη.

Η Αλέκα δεν απάντησε.

Χαμήλωσε τα μάτια κι αναρωτήθηκε αν όντως θα έφευγε έτσι απλά ή θα έτρεχε πρώτα προς το τροχόσπιτο για να του εξηγήσει. Και τι να εξηγήσει δηλαδή; Kαι γιατί να εξηγήσει;

«Έχει σημασία το πώς θα έφευγα Αύγουστε;» ρωτά, αποφεύγοντας και πάλι την ερώτηση του.

«Δε ξέρω για εσένα Αλεξάνδρα όμως για μένα, ναι έχει. Ας μη χάνουμε χρόνο, έλα θα σε πάω εγώ στην Ζαγορά, ψιθυρίζει μέσα απ τα δόντια και την τραβά να σηκωθεί».

Σε όλη την διαδρομή δεν αντάλλαξαν κουβέντα. Εκείνος προσηλωμένος στην οδήγηση κι εκείνη χαμένη στις σκέψεις της. Μόνο κάνα δυο φορές της χαϊδεύει το χέρι τρυφερά, θέλοντας ίσως να της δώσει δύναμη, να της πει με τον τρόπο του ότι όλα θα πάνε καλά. Ή μήπως για της δείξει ότι είναι εδώ για εκείνη και ότι την νοιάζεται. Δεν ξέρει ποιο από τα δύο ήταν σωστό, όμως το χάδι αυτό, το ανεπαίσθητο, βάλσαμο το αισθάνεται μέσα της.

Ο δρόμος προς τη Ζαγορά περνά πότε δίπλα απ την θάλασσα, πότε πάνω απ το βουνό, αποκαλύπτοντας όλη την ομορφιά του τόπου. Τα πρώτα σπίτια του οικισμού είναι ήδη μπροστά τους κι ο Αύγουστος σταματά το αυτοκίνητο, κατεβαίνει και ανάβει τσιγάρο. Η Αλεξάνδρα παίρνει τα πράγματα της και στέκεται δίπλα του. Το κεφάλι του κατεβασμένο και το βλέμμα καρφωμένο στα παπούτσια. Οι φαρδιοί του ώμοι είναι σκυφτοί και ενώ με το ένα χέρι κρατάει το τσιγάρο, το άλλο το έχει χωμένο βαθιά στην τσέπη. Ξαφνικά το πετάει, γυρνά προς το μέρος της, την σφίγγει στην αγκαλιά του και την φιλά, βαθιά, άγρια και απαιτητικά στο στόμα.

Ανταποκρίνεται με ορμή στο φιλί του, χάνεται στην αγκαλιά του κι αν εκείνος πρώτος δεν έκανε πίσω, ήταν ικανή να μείνει εκεί για πάντα, χωρίς να σκεφτεί τίποτα και κανέναν.

Δεν είναι η Αλεξάνδρα πια.

Ούτε και η Αλέκα είναι.

Είναι μία ξένη, μία άγνωστη γυναίκα που ερωτεύτηκε έναν Αύγουστο που άργησε να έρθει.

Της χαϊδεύει το πρόσωπο μια τελευταία φορά, της ακουμπά ένα φιλί στο μέτωπό και φεύγει χωρίς να πει ούτε μια λέξη. Ο ήχος του λεωφορείου την επαναφέρει στην πραγματικότητα Πανικοβάλλεται στην σκέψη ότι δεν θα τον ξαναδεί ποτέ. Δεν ξέρει σχεδόν τίποτα για εκείνον, δεν πρόλαβε να μάθει. Θέλει να του φωνάξει να γυρίσει πίσω..

Δάκρυα τρέχουν απ τα μάτια της σε όλο τον δρόμο του γυρισμού. Βάζει το χέρι της στην τσέπη του μπλουτζίν της για χαρτομάντιλο και τότε είναι που το βρίσκει! Ένα μικρό, τσαλακωμένο, βρώμικο χαρτάκι. Το ξεδιπλώνει αδιάφορα, δε θυμάται πότε και γιατί το έχει αφήσει εκεί. Τα μάτια της ανοίγουν διάπλατα και ένα δειλό χαμόγελο φωτίζει το μαραμένο πρόσωπο.

 

6948102510

Αύγουστος

 

Το κρατά για ώρα στην χούφτα της. Ανοίγει την παλάμη και το κοιτά κάθε λίγο και λιγάκι. Φοβάται πως είναι ψεύτικο, πως είναι απλά η φαντασία της που την περιγελά. Έπειτα το τοποθετεί προσεκτικά στην εσωτερική θήκη της τσάντας και συνεχίζει τον δρόμο της επιστροφής ενώ στα χείλη της ανεβαίνουν και πάλι τα στιχάκια του Νικόλα.

«…για όλα αυτά που ζητάς,

για πολλά που πονάς,

για το τίποτα μιας ευτυχίας…»

 

Μένη Σεϊρίδου

ένθετη φωτογραφία: “Meni Seiridou photography