“….Δε λέγονται κάποια πράγματα, μου έλεγε η μάνα μου! Φυλακτά κρεμασμένα στις ψυχές τα μυστικά της, που έλαχε σε μένα να τα ξεκλειδώσω ένα μήνα μετά τον θάνατό της. Άνοιξα την δίφυλλη ντουλάπα της και χάιδεψα ένα ένα τα ρούχα της, τα φουλάρια που αγαπούσε, τις αμέτρητες τσάντες της. Μου έλειπε πολύ, ειδικά τώρα που αντιμετώπιζα και τα προβλήματα με την δουλειά, την πιθανή χρεωκοπία. Πως θα τα κατάφερνα χωρίς τη δική της στήριξη; Την παρηγοριά της; Πήρα τη ροζ τσάντα με τα ασημένια καθρεφτάκια, αυτή που κρατούσε από τα νιάτα της και την άνοιξα. Από μικρή ήθελα να την αποκτήσω, αλλά εκείνη δεν με άφηνε ούτε να την αγγίξω. Το μόνο πράγμα που βρήκα μέσα στην χιλιομπαλωμένη φόδρα ήταν ένα διπλωμένο χειρόγραφο της. Τα μάτια μου που πάντα λάτρευαν τα χέρια της και ότι ακουμπούσαν, γέμισαν δάκρυα και με δυσκολία κάθισα στο κρεβάτι για να διαβάσω όσα έμελλαν να αλλάξουν για πάντα την ζωή μου. Τότε δεν το ήξερα. Άναψα ένα τσιγάρο, πήρα στα χέρια μου το χειρόγραφο της και σκέπασα τους ώμους μου με μια δική της ζακέτα. Το άρωμα της ήταν εκεί μαζί μου. Μέχρι το τέλος της ανάγνωσης…..”

Ο ήλιος του Αυγούστου είχε βασιλέψει πίσω απ’ τις στέγες της γειτονιάς και τη θέση του πήρε η παρήγορη δροσιά και το ολόγεμο φεγγάρι. Οι γυναίκες της αυλής μάζεψαν τα φλιτζάνια και άρχισαν να ετοιμάζουν το βραδινό. Σε λίγο θα γυρνούσαν και οι άνδρες από το καφενείο. Τράβηξαν τις καρέκλες στην άκρη και σκούπισαν το τσιμέντο η καθεμιά με την δική της σκούπα, σαν τρεις μάγισσες που τριγυρνούσαν γύρω από τους τσίγκινους τενεκέδες με τα γεράνια προσπαθώντας να διώξουν το κακό.

Η μεγαλύτερη, η Βασιλική που είχε κόρη της παντρειάς, την Μαρία, ήταν η πιο σβέλτη, αλλά και η πιο πολυλογού. Τίποτα δεν της ξέφευγε και το αετίσιο μπλε μάτι της μπορούσε να δει πίσω απ’ τα παράθυρα με τις κεντητές κουρτίνες, ακόμα και πίσω απ’ τα χαμόγελα. Δεν είχε περάσει τα πενήντα και παρά τα περιττά κιλά της ήταν ευκίνητη σαν κοριτσάκι. Η δεύτερη, η Κατίνα σε τίποτα δεν έμοιαζε με την Βασιλική κι ας ήταν αδερφές. Η Κατίνα η σμιχτοφρύδα με την μικρή ελιά στο δεξί μάγουλο, δεν καταδεχόταν να πει ούτε καλημέρα, αλλά είχε το μέγα χάρισμα της μαγειρικής. Τα αδύνατα χέρια της έπιαναν τα ζυμάρια και τα μεταμόρφωναν σε μπουρέκια, πίτες και κουλούρια, που όλος ο μαχαλάς ξερογλειφόταν. Αλλά δεν έδινε ούτε της μάνας της. Η τρίτη ήταν και η πιο όμορφη, η Ελένη με τα μαύρα ελαφίσια μάτια και τα σγουρά κατάμαυρα μαλλιά που συνήθιζε να τα πιάνει με το μπουμπάρι της σε έναν περίτεχνο κότσο και που μόνο ο άνδρας της είχε την ευκαιρία κάθε βράδυ να το τραβά με μια κίνηση και να βλέπει την πλούσια χαίτη της γυναίκας του να αγκαλιάζει το γυμνό κορμί της.

Αχώριστες και οι τρεις από τότε που έσμιξαν γύρω από την ίδια αυλή με τα τρία σπιτάκια στη σειρά που έμοιαζαν με καράβια πιασμένα για να μην χαθούν στο πέλαγος. Είκοσι χρόνια ζούσαν μαζί οι τρεις γυναίκες με τις οικογένειες τους, και τα καθημερινά νέα, τα μαλώματα αλλά και τα γλυκοκεράσματα ήταν όλη η ζωή τους. Από το ’45 που έκτισε τα δωμάτια ο άνδρας της Βασιλικής παράνομα, όπως άλλωστε όλα της γειτονιάς, τα νοίκιασε στις άλλες δύο οικογένειες που ζούσαν μονιασμένες και πάλι μονιασμένες έπλεκαν το κοπανέλι περιμένοντας τους γαμπρούς για τα κοριτσέλια τους.
Τρεις θυγατέρες, από μια η καθεμιά, που τις μεγάλωναν στα πούπουλα.

Και ενώ η κόρη της Βασιλικής, η Μαρία, ήταν όμορφη με πυρόξανθα μαλλιά και μικρές χαριτωμένες φακίδες στο κέντρο της ανασηκωμένης της μυτούλας, η κόρη της Ελένης, η Εύα ήταν ότι πιο άσχημο είχε φτιάξει ο Πλάστης! Προσπαθούσε η όμορφη Ελένη να τη σουλουπώσει πότε με διάφορες κρέμες από βοτάνια και πότε με λούσα και καλλυντικά γιατί φοβόταν η καψερή, μην της μείνει στο ράφι, όμως καμία προσπάθεια δεν είχε αποτέλεσμα κι’ έτσι η Εύα εξακολουθούσε να είναι ένα καλοκάγαθο ασχημόπαπο που τριγυρνούσε στην αυλή προσφέροντας στραβά χαμόγελα αλλά και γλυκές αγκαλιές.

Εκείνη όμως που πραγματικά είχε όλα τα χαρίσματα ήταν η κόρη της Κατίνας, η Έλλη. Τα παλικάρια της γειτονιάς καρδιοχτυπούσαν σε ένα βλέμμα της και μάλωναν μεταξύ τους ποιο θα την κατακτήσει. Τα περιττά κιλά της έκλεβαν λίγη από την ομορφιά και τα μάτια της ήταν σαν δύο καστανές ελίτσες, αλλά είχε το πιο όμορφο χαμόγελο και την κίνηση στη περπατησιά της θα μπορούσε να ζηλέψει και η πιο δεινή χορεύτρια του Οριεντάλ. Γι’ αυτό και η Κατίνα δεν την άφηνε να ξεμυτίσει απ’ την αυλή χωρίς την συνοδεία της, παρά μόνο μέχρι το κατώφλι για τα γάλατα που έφερνε ο γαλατάς.

Για την κόρη της είχε όνειρα για έναν πλούσιο γάμο που θα ζήλευαν όλοι και στον Κάτω και στον Πάνω μαχαλά. Κάθε φορά που άναβε το καντήλι, μόνο για έναν πλούσιο γαμπρό παρακαλούσε την Παναγιά: «Μητέρα όλων, κάνε το θαύμα σου και στείλε ένα λεβέντη για την Έλλη μ’, να ‘χει παράδες να καλοπεράσει η κόρη μ’. Αχ, Παναγίτσα μου παράδες να ‘χει και εγώ μια καμπάνα στη χάρη σου για την εκκλησιά μας σου τάζω.» Μέρα νύχτα έκανε την ίδια προσευχή και τα καλύτερα γλυκά τα έστελνε στην προξενήτρα την Φρόσω, κουμποτρυπού και χήρα, που ζούσε ένα στενό παρακάτω και ήταν γνωστή σε όλη την πόλη για το καλό της λόγο και τα προξενιά που περνούσαν απ’ τα χέρια της και είχαν αίσιο τέλος- με το αζημίωτο πάντα-.

Αυτή περίμεναν οι τρεις μάνες να τους χτυπήσει την πόρτα και μυστικά η μία από την άλλη, έστελναν τα πεσκέσια στην κουμποτρυπού. Αλλά οι μήνες περνούσαν και η Φρόσω δεν πατούσε στο κατώφλι της αυλής.

Είχε νυχτώσει πια για τα καλά και η Βασιλική προσπαθούσε να κοιμηθεί, αλλά λίγο η πανσέληνος, λίγο η μελιτζάνα που έφαγε για βραδινό στριφογυρνούσε στο κρεβάτι και μάτι δεν έκλεινε. Δίπλα της ο άνδρα της αγανάκτησε. Ήθελε να κοιμηθεί γιατί εκείνος ξυπνούσε από τα χαράματα για τις οικοδομές.

«Γυναίκα, άυπνο θα μ’ αφήσεις σήμερα; Άντε κλείσε τα μάτια και σταμάτα να γυρνάς σαν σβούρα».

«Εσύ μόνο τον ύπνο σκέφτεσαι. Τίποτα άλλο. Είκοσι δύο κοντεύει η κόρη σου. Για μου λες, πότε επιτέλους θα παντρευτεί; Ή νομίζεις ότι θα περιμένω να γνωρίσει κάποιον του γούστου της; Πρέπει να της βρούμε εμείς ένα καλό παιδί με στρωμένη δουλίτσα και από καλή οικογένεια, τώρα όσο είναι ακόμα μικρή. Τι θες να μείνει στο ράφι σαν την αδερφή σου την Μαρθούλα; Οπωσδήποτε ένα καλό παιδί από άλλη γειτονιά, να φύγει από δω και ανοίξει το μάτι της, να γνωρίσει καινούργιους τόπους. Τώρα που είναι νέα ακόμα και μπορεί να τον βρει.»

«Και θέλεις σώνει και ντε να την παντρέψεις στις δυο τα ξημερώματα; Τι θες να κάνω; Να την πάρω αγκαζέ και να βγω έξω, να την δείχνω και να φωνάζω ποιος είναι γι’ αυτήν;»

«Το ανόητο κεφάλι σου δεν μπορεί να σκεφτεί κάτι; Αλλά τι λέω… Εσύ τα τσίπουρα μόνο, μη χάσεις τους μεζέδες και την πρέφα στο καφενείο που αλίμονο, δεύτερο σπίτι σου έγινε».

«Θα σηκωνόμουν να σου αστράψω μια, αλλά νυστάζω. Βούλωστο να κοιμηθώ».

«Κοιμήσου άνδρα μου, κοιμήσου, δεν περιμένω τίποτα απ’ εσένα αφέντη μου. Μόνη μου θα την βρω την λύση και αύριο κιόλας πρωί-πρωί θα σκεφτώ πως θα μπει μπροστά το σχέδιο».

Έκλεισε τα μάτια και άρχισε να ονειρεύεται τούλια και κουφέτα. Αν δεν την πάντρευε μέχρι το τέλος του χρόνου, δεν θα έβρισκε ησυχία. Όμως και στα διπλανά σπιτάκια, οι άλλες δυο γυναίκες έβλεπαν τα ίδια όνειρα και έκαναν τα ίδια σχέδια: πως θα καταφέρουν να βρουν άνδρες στις κόρες!

Η Ελένη από φόβο έκανε τα πιο περίπλοκα με όλες τις εναλλακτικές, σαν τις δαντέλες που κεντούσε, αλλά η Κατίνα ήταν πιο ήσυχη. Είχε τον άσσο στο μανίκι της. Την ομορφιά και το κούνημα της Έλλης, αυτά ήταν τα δολώματα για τον γαμπρό. Όχι, όχι για το γαμπρό… για τον πλούσιο γαμπρό!

Το επόμενο πρωινό στρώθηκαν με τους καφέδες στο μπροστινό δωμάτιο της Ελένης. Οι άνδρες έλειπαν στις δουλειές και οι γυναίκες, σαν τρία μικρά περιστεράκια, σκυμμένες στο τραπέζι μετρούσαν ένα εμπριμέ ύφασμα που ήθελε η Ελένη να κάνει φόρεμα, όταν άκουσαν βήματα από τακούνια στην αυλή. Σήκωσαν τα κεφάλια τους και κοιτάχτηκαν με απορία. Η Βασιλική τράβηξε την κουρτίνα και τα μάτια της χαμογέλασαν. Χωρίς να χάσει καιρό και αγνοώντας τις άλλες δύο, άνοιξε την πόρτα και βγήκε στην αυλή φουριόζα.

«Καλώς την όμορφη γειτόνισσα! Καλέ τι ομορφιές είναι αυτές; Έλα μπες στο σπίτι μου να βάλω καφεδάκια». Πριν προλάβει να αποσώσει την κουβέντα και οι άλλες δύο ήταν δίπλα της με την ίδια χαρά στα πρόσωπα.

«Καλέ σε μένα θα έρθει που έφτιαξα και μπομπότα» είπε η Κατίνα και έτρεξε να αρπάξει την επισκέπτρια απ’ το μπράτσο.

«Ε, όχι δα, σιγά το πράμα, σε μένα θα έρθει που έχω ένα ραβανί να γλείφεις τα δάκτυλά σου» συμπλήρωσε η Ελένη και άρπαξε από το άλλο μπράτσο την γειτόνισσα. Και τα τρία περιστεράκια απ’ την μια στιγμή στην άλλη έγιναν τρεις λυσσασμένες γάτες που γυρόφερναν την αφράτη κουμποτρυπού.

Η Φρόσω τίναξε πίσω το κεφάλι, σαν άλλη Μαρία Αντουανέτα πριν τον αποκεφαλισμό και σούφρωσε τα κόκκινα χείλη με φιλαρέσκεια. Είχε μελετήσει τα λόγια της, όπως ο ηθοποιός που προβάρει τις ατάκες του. Ήξερε πως σε λίγο από μέλος του κοινού θα γινόταν η πρωταγωνίστρια του θιάσου.

«Αγαπημένες μου γειτόνισσες απ’ όλα θα δοκιμάσω, αλλά εδώ στη αυλή και με τις τρεις παρέα.» Έβγαλε με αργές κινήσεις το ψάθινο καπέλο της και απλώθηκε στην πρώτη καρέκλα που βρέθηκε πίσω απ’ τον ολοστρόγγυλο πισινό της. Σταύρωσε τις γάμπες της που γλιστρούσαν από τα πάχος και τον ιδρώτα και άναψε τσιγάρο. Οι άλλες τρεις έτρεξαν να φέρουν τασάκι, νερό και μια βεντάλια όχι για την ζέστη, αλλά για να διώχνουν τις μύγες από το πρόσωπο της τιμωμένης. Και τα κεράσματα ξεκίνησαν και οι κουβέντες περί ανέμων και υδάτων πήγαιναν και ερχόταν και για το λόγο της επίσκεψης η τιμωμένη κουβέντα δεν έλεγε.

Αφού έφαγε και το ραβανί, σχολιάζοντας το σιρόπι που στέγνωνε στα χείλη της, άνοιξε τη μικρή τσαντούλα της και έβγαλε ένα κόκκινο τετράδιο. Σάλιωσε το μεσαίο δάχτυλο και άρχισε να γυρίζει με αργές κινήσεις τα φύλλα. Οι άλλες τρεις παρακολουθούσαν με κομμένη την ανάσα. Ήξεραν τι σήμαινε το κόκκινο τετράδιο με τα ορνιθοσκαλίσματα της προξενήτρας. Όπως ένας ιερέας κρατούσε την Αγία Γραφή, έτσι κι’ εκείνη κρατούσε με τα παχουλά χεράκια της τούτο το τετράδιο. Και ήταν τέτοια η ιερή στιγμή που και οι τρεις έκαναν το σταυρό τους. Τις κοίταξε και αναστέναξε με χαρά, γνωρίζοντας την αγωνία τους. Και ο πρόλογος ξεκίνησε, αφού ξερόβηξε δίνοντας επισημότητα στην στιγμή. Στην ιερή προξενική στιγμή.

“Εδώ τον έχω! Ο καλύτερος γαμπρός και ο πιο κιμπάρης! Ήρθε και με βρήκε την περασμένη Κυριακή. Σάστισα μόλις τον είδα. Τέτοιος όμορφος άνδρας ψιλός, γαλανομάτης με μικρό, ίσιο μουστάκι που μοιάζει ζωγραφιστό, μόλις είκοσι οχτώ και ζητάει προξενιό; Αλλά μου εξήγησε την ιστορία του και η καρδιά μου σχίστηκε στα δύο. Να παντρευτεί θέλει, να νοικοκυρευτεί με μια καλή και ήσυχη κοπέλα. Λεφτά έχει και καλή σειρά, αλλά στάθηκε άτυχος. Θα σας πω την ιστορία και θα κρίνετε. Έλειπε στην Γερμανία για να δουλέψει, αλλά είχε ήδη αρραβωνιαστεί εδώ. Όσα λεφτά έβγαζε τα έβαζε στην μπάντα για να παντρευτεί. Νοικοκύρης καλέ σας είπα, αλλά η αρραβωνιαστικιά τον πρόδωσε. Βαρέθηκε να περιμένει το παλιοθήλυκο, πέρασαν και πέντε χρόνια και τον άφησε για κάποιον άλλον. Γύρισε αυτός και την βρήκε παντρεμένη. Άκουσον, άκουσον. Δεν το άντεξε το ρεζιλίκι κι’ αυτός, περήφανος άνδρας, πούλησε κάποια χτηματάκια στο χωριό και πήρε την μάνα του και ήρθαν στην πόλη. Τώρα άνοιξε ένα μπακάλικο μεγάλο κοντά στο κέντρο και θέλει μια καλή κοπέλα για να παντρευτεί. Το καλύτερο είναι πως πριν λίγο καιρό πέθανε και ένας πλούσιος θείος του και έτσι έχει να λαμβάνει κι’ από κει. Τυχερή όποια τον πάρει, μα τον Θεό! Λοιπόν για ποια να του μιλήσω;»

‘Ένα κρύο αεράκι φύσηξε στη μικρή αυλή σηκώνοντας τα ρούχα της μπουγάδας σαν τα πανιά ενός καραβιού που θα σάλπαρε σε φουρτουνιασμένες θάλασσες. Πρώτη μίλησε η Βασιλική που ξαφνικά θυμήθηκε το φαγητό που είχε στην φωτιά.

«Ωχου καλέ με συγχωράτε, αλλά με την κουβέντα ξεχάστηκα. Άντε Φρόσω μου εμείς θα τα ξαναπούμε».

«Καλέ κι’ εγώ ξεχάστηκα. Έχω το σίδερο πυρωμένο και να με συγχωράς Φροσάκι μου θα έρθω μια απ’ αυτές τις μέρες να τα ξαναπούμε». Τάδε έφη η Κατίνα και σκουπίζοντας τον ιδρώτα απ’ το μέτωπο της έτρεξε στα ενδότερα.

«Εσύ Ελένη μου; Μη μου πεις ότι θέλεις να ταΐσεις τις γάτες και βιάζεσαι;» ρώτησε η Φρόσω αναψοκοκκινισμένη που δεν περίμενε τέτοια εξέλιξη.

«Όχι Φρόσω μου εγώ έχω να ετοιμάσω ζεστό νερό για να πλυθεί ο άνδρας μου που θα ‘ρθει απ’ τη δουλειά. Άντε να σε ξεπροβοδίσω και να με συγχωράς».

Την πήγε με σκυφτό κεφάλι μέχρι την πόρτα και αμέσως μετά έτρεξε στο δωμάτιο της. Χωρίς χρονοτριβές άνοιξε το Ρομάντσο σελίδα δεκαπέντε και άρχισε να διαβάζει την στήλη ομορφιάς. Μέσα της ήξερε το αδύνατο, αλλά δεν ήθελε να καταθέσει τα όπλα. Όχι, θα το πάλευε με όλα τα μέσα, με μάσκες, με δίαιτες και ρούχα θα έφτιαχνε την Εύα σαν μπιμπελό. Στραπατσαρισμένο λίγο αλλά μπιμπελό!

«Ακόμα κι’ αν δεν την πάρει, τουλάχιστον εγώ θα προσπαθήσω. Κανένας δεν θα μπορεί να μου πει ότι δεν προσπάθησα. Να σημειώσω να πάρω και γιαούρτι και αμυγδαλέλαιο α, ναι! και ανθόνερο για την μάσκα και να προλάβω να της κλείσω ραντεβού στην κομμώτρια και το ροζ, εκείνο το ύφασμα γίνεται μούρλια φορεματάκι.»

Από εκείνη την ημέρα της επίσκεψης η αυλή έμοιαζε με μέτωπο συγκρούσεων. Ούτε η ΕΛΑΣ με την ΕΔΕΣ δεν είχαν τόση έχθρα όσο εκείνη που έβραζε στα σωθικά των τριών γυναικών που από φίλες αδερφικές έγιναν μισητές εχθρές. Μήτε καλημέρα. Τίποτα δεν ξέφευγε από τα μάτια των ανδρών τους που μπροστά σε αυτή την σιωπηλή έχθρα εκείνοι γύριζαν την πλάτη και συνέχιζαν τις συναντήσεις τους στο καφενείο, τα χωρατά τους και την αλληλοβοήθεια. Εκείνοι δήλωναν ουδέτεροι. Αλλά και τα κορίτσια τους που είχαν άλλες έννοιες στα νεανικά μυαλουδάκια τους λίγο νοιαζόταν και συνέχιζαν την μεταξύ τους συντροφιά. Μέχρι που μια μέρα, πριν εκπνεύσει η προθεσμία της κουμποτρυπού, είδαν τις μάνες τους έτοιμες στα όπλα!

Η Βασιλική με λινό ταγεράκι και ασορτί τσάντα εκρού περνούσε την πόρτα της αυλής και προχωρούσε καμαρωτή προς το κέντρο της πόλης. Πίσω ακολουθούσε η Κατίνα που κρατούσε ένα πιάτο μπακλαβά απ’ τα χεράκια της προσπαθώντας να περπατάει στητά και να αποφεύγει τις λακκούβες για ευνόητους λόγους. Και τελευταία με το εμπριμέ της φόρεμα και τα κόκκινα γοβάκια η Ελένη που όταν βγήκε στον μαχαλά όλοι θαύμασαν την ομορφιά της απορώντας μαζί πως και δεν της έμοιαζε η κόρη της. Φτάσανε στο κέντρο της πόλης που ήταν όλο και όλο ένας μακρύς δρόμος με μια σειρά από καταστήματα με φρεσκοβαμμένες ταμπέλες «Εδώδιμα και Αποικιακά»,«Παντοπωλείον», «Τσαγκαράδικον», «Δίδεται επί πιστώσει», όλα, μεγαλόπρεπα και νοικοκυρεμένα. Και μπροστά απ’ όλα η ταμπέλα του γαμπρού. «Η σέσουλα» και παντού το μάτι σου έβλεπε τσουβάλια με ρύζια, φακές, όσπρια και μπαχάρια. Το ένα μάτι στο εμπόρευμα, αλλά το άλλο στον γαμπρό που κάπνιζε αραχτός στην καρέκλα μπροστά στο μαγαζί με το χαμόγελο στα χείλη έτοιμος να εξυπηρετήσει όποια πελάτισσα διάβαινε στο μαγαζί του. Και είχε πελατεία όλα τα θηλυκά της πόλης, ο άτιμος!

Δεν χόρταιναν να βλέπουν την ομορφιά του, τα σχιστά μάτια του, το ίσιο μουστάκι του που χάιδευε με τα ακροδάχτυλα του, το αρχοντικό του παράστημα. Δεν χόρταιναν να βλέπουν και το μαγαζί του, τόσο εμπόρευμα, τόσα όσπρια, τενεκέδες, κουτάκια, βούτυρα και άλευρα. Μεγαλομπακάλης με τα όλα του!

«Κυρίες μου τι θα θέλατε;»

Βουβάθηκαν και οι τρεις, ακόμα και η Βασιλική που είχε πάντα έτοιμη την κουβέντα έμεινε άγαλμα μην μπορώντας να ορθώσει ούτε λέξη. Αλλά το μάτι του γαμπρού έκοβε και έραβε και μπήκε στο νόημα πριν ακόμα εκείνες μιλήσουν. Δύο λεπτά κράτησαν οι κουβέντες του και μάνι μάνι της ξεπροβόδισε τάζοντας ότι θα επισκεφθεί και τις τρεις για έναν καφέ, να δει και τα κορίτσια, να τον δουν και αυτές και ότι θέλει ο Θεός…

«Με όποια είναι γραφτό κυρίες μου, αυτά είναι και θέματα καρδιάς».

Με μαγεμένα μυαλά έφυγαν και οι τρεις τρέχοντας για να προφτάσουν τα νέα στα κορίτσια και να τις προετοιμάσουν. Αλλά σαν έφτασαν και τους το είπαν ξεκίνησε ένας άλλος πόλεμος….«Με τίποτα τ’ ακούς; Άκου εκεί να μου φέρεις γαμπρό. Δεν θέλω να ακούσω κουβέντα. Από πού κι’ ως που να πάρω έναν άγνωστο;»

«Μαρία μου έλα στα συγκαλά σου. Άνθρωπος καθωσπρέπει είναι με δουλειά καλή και πανέμορφος. Θα σ’ αρέσει, θα δεις. Και στο κάτω κάτω τι περιμένεις να βρεις; Κανά χτίστη σαν τον πατέρα σου που μετά την δουλειά θα τρέχει στις ταβέρνες; Μακριά από άνδρες που συχνάζουν σε αυτά τα καταγώγια με ρετσίνες και τσίπουρα.»

Τα ίδια και στο διπλανό δωμάτιο.

«Εγώ θέλω να ερωτευθώ το καταλαβαίνεις; Δεν θέλω συνοικέσιο. Δεν μπορώ βρε μάνα. Αλλιώς τον φαντάζομαι τον γάμο.»

«Είπα και τελείωσε, δεν θα αφήσω τέτοιο κελεπούρι εγώ, να τον πάρει άλλη».

«Τότε να τον πάρεις εσύ».

«Να σου αστράψω μία να σου πω εγώ. Έλλη σύνελθε».

Μόνο η μικρή Εύα, το ασχημόπαπο με το στρόγγυλο πρόσωπο και το στραβό στοματάκι της δεν έφερε αντίρρηση.

«Λες ρε μάνα; Αλλά αν είναι όμορφος εμένα θα πάρει;»

«Και που ξέρεις; Ο έρωτας είναι τυφλός».

Τυφλός ο έρωτας, αλλά όχι ο γαμπρός που ετοιμάστηκε το ίδιο απόγευμα με κουστουμάκι και γαρύφαλλο ολόφρεσκο στο πέτο και ξεκίνησε να επισκεφθεί την μικρή αυλή. Πρώτη θα έβλεπε την Μαρία της Βασιλικής. Μέσα του γελούσε με την μοίρα του που τον έφερε ανάμεσα σε τρεις γυναίκες και του καλάρεσε που αυτός είχε και το καρπούζι και το μαχαίρι. Αλλά τα πράγματα πήραν μια αναπάντεχη τροπή, καθώς φτάνοντας στην αυλή διαπίστωσε μετά το πρώτο κέρασμα ότι η Μαρία, η πρώτη υποψήφια, δεν ήταν καν εκεί. Μάνα και πατέρας –παρόν κι’ εκείνος με το κομπολόι στα χέρια- δεν είχαν ιδέα που είχε ξεπορτίσει η μικρά. Με δυσκολία κρατιόταν η Βασιλική να μην βάλει τα κλάματα. Τέτοιο ρεζιλίκι! Και δώστου να ψάχνει τρόπους να την δικαιολογεί. Αλλά του γαμπρού καρφάκι δεν του καιγόταν. Είχε άλλες δύο!

Πήγε να σκάσει η Βασιλική όταν έφυγε ο γαμπρός. Σωριάστηκε στην καρέκλα σαν άδειο τσουβάλι σε κατάσταση υστερίας, εκνευρισμένη και από τον ήχο του κομπολογιού.

«Αμάν κι’ εσύ χριστιανέ μου με το τάκα τάκα. Σταμάτα το, το ρημάδι. Δεν περίμενα αυτό το κακό. Θα σκάσω».

Δεν περίμενε όμως με τίποτα και αυτό που θα ακολουθούσε. Γιατί μία ώρα μετά αριβάρισε η κόρη της αγκαζέ με τον Φώντα τον νέο, αψύ και μάγκα που δούλευε στην ταβέρνα, όπου σύχναζε ο πατέρας της. Παιδί της πιάτσας ο Φώντας μόλις έμαθε για το προξενιό πήρε την απόφαση. Με βλέμμα χαμηλοβλεπούσας, λόγω περιστάσεως, και κρατώντας σφιχτά την Μαρία από το χέρι στάθηκε μπροστά στους άναυδους γονείς.

«Κυρ-Ανέστη με ξέρεις και σε ξέρω. Με θέλεις για γαμπρό; Πολλά δεν βγάζω, όμως στα πέπουλα θα την έχω την κόρη σου».

«Με όλη μου την καρδιά. Άντε θα έχω και τα μέσα στην ταβέρνα» είπε ο πατέρας και έδωσε τα χέρια με τον Φώντα.

Έμφραγμα η Βασιλική που ήθελε να πιάσει τον άνδρα της από τα μαλλιά και να του τα βγάλει τρίχα τρίχα. Ανήμπορη όμως να κάνει πια το οτιδήποτε έδωσε μια ψόφια ευχή και μπήκε στο δωμάτιο. Εκεί πια έκλαψε με την ησυχία της.

Την άλλη μέρα ο γαμπρός με τα σχιστά μάτια και το ίσιο μουστάκι έφτασε στην αυλή για την Έλλη. Και αυτή την φορά φέρνοντας μαζί του και λουλούδια σαν ανταπόδοση για τους μπακλαβάδες, αλλιώς ούτε τσίχλα δεν θα πήγαινε. Σε αυτό πια έμοιαζε με την μέλλουσα πεθερά. Η Έλλη ήταν εκεί αφού την διπλοκλείδωσε η Κατίνα απ’ το πρωί, αλλά δεν καταδέχτηκε να δώσει ούτε το χέρι στον γαμπρό. Μάταια εκείνος προσπαθούσε να της πιάσει κουβέντα γιατί του άρεσε πολύ, η Έλλη όμως σφίγγα. Μέχρι που στο τέλος αγανάκτησε και εκείνος και χωρίς πολλά πολλά ευχαρίστησε την Κατίνα και έφυγε.

«Τρελή είσαι εσύ; Γιατί του φέρθηκες έτσι του ανθρώπου;»

«Εγώ δεν τον θέλω. Τελεία και παύλα. Θέλω άλλον».

«Ποιον μαρή; Που θα σου πιάσω τα μαλλιά να στα βγάλω!»

«Τον Κυριάκο.»

«Ποιον Κυριάκο; Δεν ξέρω κανέναν Κυριάκο.»

«Αυτόν που περνάει και μας αφήνει τα γάλατα».

«Ποιον μαρή; Τον γαλατά; Τον μπατίρη; Θεέ και Κύριε. Αυτός καλέ ζει τα μπαϊρια. Τι δουλειά έχεις εσύ μ’ αυτόν;»

«Μάνα περιμένω το παιδί του. Θέλει να με παντρευτεί και να μείνουμε εδώ όλοι μαζί.» Εγκεφαλικό, νερό, αέρας και μαύρα.

Κατίνα και Βασιλική στα πρόθυρα της τρέλας και οι δύο κλαίγανε αγκαλιασμένες το άλλο πρωί πίνοντας τον καφέ της παρηγοριάς. Καμιά δεν είχε όρεξη για κουβέντα και γλυκό. Καφέ, δάκρυ και ξανά καφέ και ξανά δάκρυ. Μόνο η Ελένη σιγοσφύριζε στην κάμαρα της περιμένοντας τον γαμπρό και προσπαθώντας να σουλουπώσει την μικρή Εύα που κοιτούσε με γουρλωμένα μάτια τις προσπάθειες της μάνας της «μα τόσο άσχημη είμαι τελικά;». Η Ελένη χαιρόταν που έφτανε η ώρα να μπει στο σπίτι ο όμορφος γαμπρός, αλλά η ψυχή της σφιγγόταν από φόβο. Αν ο γαμπρός δεν την ήθελε τότε η μικρή της κόρη θα απογοητευόταν και αυτό η ψυχή της μάνας δεν μπορούσε να το αντέξει. Βγήκε στην αυλή και πλησίασε τις δυο γειτόνισσες.

«Δεν ξέρω τι να πω για να σας παρηγορήσω. Πολύ φοβάμαι ότι κι’ εγώ από αύριο θα κλαίω παρέα σας.»

«Γιατί βρήκε και η Εύα σ’, κανέναν ξυπόλυτο σαν την δικιά μ’. Άκου εκεί κυρία γαλατού. Κρίμα την ομορφιά της».

«Κατίνα τουλάχιστον οι δικιές σας βρήκαν αυτό που ήταν το γραφτό τους. Η δικιά μου;»

«Άκουσέ με Ελένη. Αυτός αφού δεν πήρε μια από τις δικιές μας, γιατί είναι χαζές και οι δύο, θα πάρει την κόρη σου. Μια φορά θα πάρει μια από δω μέσα. Ακόμα κι’ αν πάρει εμένα που θα σκοτώσω τον αχαΐρευτο τον άνδρα μου. Συμφωνείς Κατίνα;»

«Τώρα είναι ζήτημα τιμής, θα πάρει την Εύα αλλιώς θα πεθάνει. Το απόγευμα που θα έρθει θα είμαστε μαζί σου.» Σηκώθηκαν κι οι δυο, αγκάλιασαν την Ελένη και η συμμαχία επικυρώθηκε.

Ή ταν ή επί τας.

Αυτή τη φορά ο γαμπρός δεν ήρθε με χαμόγελο. Φαινόταν κουρασμένος από τα πολλά καθημερινά πήγαινε έλα στην αυλή. Με τα ρούχα της δουλειάς που μύριζαν μπακαλιάρο και τα πάνινα παπούτσια του γεμάτα σκόνη και λάσπες, μπήκε στο μικρό σαλονάκι της Ελένης κι αντίκρισε τις -παρά ολίγον πεθερές του- να κάθονται στον καναπέ. Είχαν φορέσει τα καλά τους και η κάμαρα μύριζε φρέσκα λουλούδια και κολόνια. Ξαφνιάστηκε που τις είδε αλλά προσπάθησε να δείξει ατάραχος. Ένα ξερό καλησπέρα και η Βασιλική πήρε τον λόγο.

«Γαμπρό θέλαμε να σε κάνουμε αλλά δεν τα καταφέραμε. Το είπες κι’ εσύ ότι αυτά είναι θέματα καρδιάς. Τελοσπάντων τώρα είσαι εδώ για να γνωρίσεις ένα λουλουδάκι. Την Εύα μας. Αυτό το κορίτσι θα το πάρεις γιατί είναι το καλύτερο.»
Το μπλε μάτι της καρφώθηκε στο δικό του αυστηρά και με νόημα, το οποίο αντιλήφθηκε αμέσως ο γαμπρός.

«Κυρία μου να τη γνωρίσω πρώτα.»

«Να τη γνωρίσεις, αλλά πρέπει να ξέρεις ότι τα πράγματα είναι σοβαρά. Στα χέρια σου έχεις την ευτυχία της ζωής σου ή την δυστυχία» επενέβη η Κατίνα την ώρα που έκοβε με το κουζινομάχαιρο το γλυκό για να το προσφέρει.»
Κοίταξε κι’ εκείνος το μαχαίρι και ανατρίχιασε. Πρώτη φορά έβλεπε να κόβουν το αφράτο γλυκό με το μεγάλο μαχαίρι που κόβουν τα κρέατα. Μέχρι να φάει και την τελευταίο μπουκιά μπήκε στο δωμάτιο και η Εύα με το νερό στο δίσκο. Οι τρεις γυναίκες τον πλησίασαν. Ένιωθε τις ανάσες τους στο σβέρκο του, άκουγε τις καρδιές τους που χτυπούσαν σαν ταμπούρλα στην παρέλαση και μύρισε την μυρωδιά του πολέμου, όπως τότε που υπηρετούσε στον Έβρο.

Το ήρεμο χαμόγελο της, το ροζ φόρεμα που έκρυβε επιμελώς τα κιλά της αλλά και τα πλούσια καστανά μαλλιά της λουσμένα με ροδόνερο, τράβηξαν το ενδιαφέρον του γαμπρού που φαίνεται πως ο θεός έρωτας τον τύφλωσε προκειμένου να μην δει τις ατέλειες της Εύας. Λες και πραγματικά είχε μπροστά του το πιο όμορφο πλάσμα σηκώθηκε και της συστήθηκε τραυλίζοντας. Άναυδες και οι πεθερές, νυν και πρώην παρακολουθούσαν την σκηνή, χωρίς να κάνουν βήμα. Η Εύα του πρόσφερε το νερό και δεν πήρε τα μάτια της από πάνω του. Μόνο οι κολοκύθες έλειπαν και θα είχαμε το παραμύθι της σταχτοπούτας σε εξέλιξη.

«Λοιπόν γαμπρέ; Αυτό είναι το κορίτσι μας. Πες το ναι και τελειώσαμε» με διφορούμενο τονισμό στην τελευταία λέξη.

«Χίλιες φορές κυρία Βασιλική. Μου αρέσει η Εύα».

«Και την επόμενη Κυριακή ο γάμος, έτσι;» ρώτησε η Κατίνα εξακολουθώντας να κρατά το μαχαίρι σαν μπρελόκ για τα κλειδιά.

«Έτσι κυρία Κατίνα. Το γοργόν και χάρη έχει. Δεν θέλω να πάθω τα ίδια όπως με την πρώην αρραβωνιαστικιά.»

«Μπράβο γαμπρέ μου, αλλά η Εύα μου δεν έχει προίκα».

«Δεν θέλω προίκα κυρία Ελένη. Είναι όμορφη και γλυκιά και αυτό μου φτάνει».

Και έτσι έγινε ο γάμος μια Κυριακή με βροχή και κρύο. Ο όμορφος γαμπρός και το ασχημόπαπο έζησαν μαζί αποκτώντας κι αυτοί μια κόρη που ευτυχώς έμοιασε της γιαγιάς Ελένης. Χρόνια μετά ο Εύα τόλμησε να ρωτήσει τον άνδρα της.

«Δεν είδες ποτέ πόσο άσχημη ήμουν;»

«Φυσικά αγάπη μου δε μαγεύτηκα από την ομορφιά σου, αλλά για σκέψου να μην σε παντρευόμουν. Ήταν ικανές να με σκοτώσουν. Αλλά δεν το μετάνιωσα Εύα μου. Και τώρα “ναι” θα έλεγα χίλιες φορές».

Τελείωσα το διάβασμα και ένας αναστεναγμός βγήκε από μέσα μου. Πάντα έλεγα ότι ήταν αταίριαστο ζευγάρι. Πάντα χαιρόμουν που δεν της έμοιασα εμφανισιακά. Θυμήθηκα το ίσιο μουστάκι του πατέρα μου, την γιαγιά Ελένη και την γιαγιά Κατίνα που με μπούκωνε γλυκά. Όλους τους θυμήθηκα. Και τότε κατάλαβα πως αυτό το μικρό μυστικό τους ένωνε πάντοτε γύρω από μένα, γύρω απ’ την αυλή τους. Σηκώθηκα, πήρα τα κλειδιά και απομακρύνθηκα προς την εξώπορτα. Ξεκινούσε και για μένα μία μάχη το επόμενο πρωί. Αδύνατον να κερδίσεις μου είχαν πει οι δικηγόροι. Ένα βήμα πριν την χρεοκοπία. Όμως εγώ ήξερα πως στην δική μου οικογένεια αυτά είναι που κερδίζονται. Τα αδύνατα!

Δήμητρα Β. Ζιώγα