Φτερά κισσας 

“ένα παραμύθι για μεγάλους ”

 

 Νοέμβρης

Ημέρα 3η

[…..Βγαίνει στη βεράντα. Αναπνέει. Μπαίνει μέσα, αναπνέει, βγαίνει έξω ξανά. Ο ουρανός συννεφιασμένος, μελανός. Η ατμόσφαιρα βαριά από τις σάπιες κολοκύθες. Πότε ήταν η τελευταία φορά που ο ήλιος ζέστανε το πρόσωπο της; Ένα απομεσήμερο του Αυγούστου θα ήταν σε ένα νησί του Αιγαίου.

«Θα είναι ωραία στην Ήπειρο» θυμάται να λέει στον Νίκο – αλήθεια πότε το είχε πει; Οι αναμνήσεις της δεν ήταν ξεκάθαρες. Το είχε πει μάλλον ένα απόγευμα αφού είχαν γευματίσει και κάθονταν στον καναπέ για να λύσουν σταυρόλεξα–.

Πρέπει να ήταν τότε που κι εκείνος με χαμόγελο και μάτια ελπιδοφόρα, της είχε πει:

«Αν είναι ωραία θα έρθω κι εγώ»

Μα δεν έχει έρθει ακόμα.

Κι εκείνη γεμίζει πάλι δυο κούπες με καφέ…]

Ένα χτύπημα στην πόρτα τραντάζει το κορμί της. Μπαίνει μέσα στο σπίτι στους τέσσερις γυμνούς υγρούς τοίχους. Η πόρτα ανοίγει και βιαστικά εισβάλει η ηλικιωμένη γυναίκα από το απέναντι σπίτι.

«Καλημέρα, Άννα»

«Καλημέρα, κυρία Μόιρα»

Το πάτωμα τρίζει κάτω απ’ τις γαλότσες της γριάς καθώς βαδίζει στην κουζίνα με το κορμί της γυρτό απ’ το καλάθι που κρατάει στα χέρια της. Το αφήνει στον πάγκο κι η Άννα το ανοίγει. Βγάζει έξω τα αντικείμενα και τα τοποθετεί στον πάγκο, στη σειρά, το ένα δίπλα στο άλλο. Ένα κόκκαλο, ένα δόντι, ένα βάζο με κομμένα νύχια κι ένα μαύρο κατάμαυρο φτερό.

«Κίσσα» λέει η ηλικιωμένη και κλείνει πονηρά το ένα της μάτι.

«Πρόβαλλε αντιστάσεις η σκασμένη αλλά τελικά ενέδωσε. Λοιπόν. Όπως είπαμε. Απόψε στην πανσέληνο κάτω απ’ της ιτιάς τον ίσκιο, θα σκάψεις ένα λάκκο, θα θάψεις το καλάθι και θα πεις κι ένα τραγούδι. Ορίστε, στα έγραψα τα λόγια».

Η Μόιρα βάζει το δεξί της χέρι στο μανίκι του αριστερού και βγάζει από μέσα ένα παλιό ξεθωριασμένο κίτρινο χαρτάκι.

«Καθώς θα λες αυτά τα λόγια θα φιλάς τη γη. Κάθε στίχος κι ένα φιλί, κάθε στίχος κι ένα φιλί, μέχρι να γεμίσουν χώματα τα χείλη σου. Μόλις δεις τον κεραυνό να χτυπάει τους λόφους.Τότε θα ξέρεις ότι η τελετή έλαβε τέλος».

Η Άννα κοιτάει με δέος τα παράξενα αντικείμενα.

«Και μετά; Τι θα γίνει μετά;»

«Μετά απλώς θα περιμένεις».

Το βράδυ η Άννα έσκαψε ένα λάκκο κάτω απ’ την ιτιά. Το φεγγάρι ολόγιομο και πορφυρό έστρεψε τα βλέφαρα του πάνω της. Η Άννα έθαψε το καλάθι κι έψαλε.

Κάθε στίχος κι ένα φιλί, κάθε στίχος κι ένα φιλί, ώσπου ένας γαλάζιος κεραυνός να χαρακώσει τον ορίζοντα κι η τελετή να ολοκληρωθεί.

Πριν κοιμηθεί, κάθισε στον καναπέ κι έγραψε στο ημερολόγιο της.

Σήμερα ήρθε η γριά και μου έδωσε το ξόρκι. Το έκανα και τίποτα δεν πήγε στραβά. Αύριο θα ξυπνήσω με χαρά κι αισιοδοξία γιατί ξέρω ότι θα είναι μια καινούρια μέρα. Μια μέρα που θα με φέρει ακόμα πιο κοντά σε εκείνον.

 

Ημέρα 6η

[…Βγαίνει στη βεράντα. Αναπνέει. Μπαίνει μέσα, αναπνέει, βγαίνει έξω ξανά. Θέλει να τη χτυπήσει ο αέρας. Θέλει γύρω της να κελαηδούν τα αηδόνια. Θέλει να νιώσει στον σβέρκο τις ανάσες της φύσης.

Ένα φύλλο πέφτει. Ένα κόκκινο ξεραμένο φυλλαράκι, απομεινάρι της άλλοτε θεόρατης ιτιάς που τώρα έχει γείρει προς το έδαφος και ξεραίνεται σιγά-σιγά.. Προφέρει το όνομα του αργά, ψιθυριστά.

«Νίκο…» ..]

Η καφετιέρα γουργουρίζει με έναν ήχο που θυμίζει πια επιθανάτιο ρόγχο. Ο καφές είναι έτοιμος. Η Άννα παίρνει δυο κούπες από το ντουλάπι και τις γεμίζει. Σχεδόν ακούει τη φωνή του απ’ την κρεβατοκάμαρα.

«Μέτριο! Προσπαθώ να κόψω τη ζάχαρη».

Η πόρτα χτυπάει κι η ανάμνηση διαλύεται σα σύννεφο καπνού. Με κομμένη την ανάσα η Άννα ανοίγει την πόρτα.

Στο κατώφλι η Μόιρα, ντυμένη στα μαύρα με ένα ψάθινο καλάθι παραμάσχαλα.

«Καλημέρα, Άννα».

«Καλημέρα, κυρία Μόιρα».

Η γηραιά κυρία μπαίνει μέσα, φέρνοντας άνεμο από την πόρτα και λάσπη με τα πόδια της. Αφήνει το καλάθι στον πάγκο της κουζίνας κι η Άννα το ανοίγει με αγωνία, με προσμονή.

«Είναι όλα εδώ;»

«Ναι. Είναι όλα εδώ».

Ένα κόκκαλο, ένα δόντι, ένα βάζο με κομμένα νύχια και ένα μαύρο φτερό.

«Κίσσα» λέει η ηλικιωμένη και αρχίζει να δίνει οδηγίες: πώς θα σκάψει τον λάκκο, πώς θα θάψει το καλάθι, πώς θα πει τα λόγια που είναι γραμμένα στο χαρτί, πώς θα σκύψει να φιλήσει το χώμα που πατάει.

«Και μετά; Τι θα γίνει μετά;»

«Μετά απλώς θα περιμένεις».

Το βράδυ αφού η Άννα ακολουθεί βήμα προ βήμα τις οδηγίες κάθεται στον καναπέ μπροστά στο τζάκι και γράφει στο ημερολόγιο της.

Σήμερα ήρθε η γριά και μου έδωσε το ξόρκι. Μου φάνηκε ανήσυχη και πολύ αλλαγμένη από την τελευταία φορά που την είδα. Ίσως φταίει ο καιρός ή η άσπλαχνη εκείνη καταιγίδα που ρήμαξε τον κήπο της. Το ξόρκι το έγραψε μάλλον καλά παρά τα προβλήματα της. Κατάλαβα ότι πέτυχε επειδή άκουσα και είδα τον γαλάζιο κεραυνό. Αύριο θα ξυπνήσω με χαρά και αισιοδοξία και θα είναι μια καινούρια μέρα. Μια μέρα που θα με φέρει ακόμα πιο κοντά σε εκείνον.

Ημέρα 14η

[…Βγαίνει στη βεράντα. Ο κήπος, ο δρόμος, τα βουνά, έχουν καλυφθεί από το γκρίζο πέπλο της ομίχλης. Πόσο γρήγορα άλλαξε ο καιρός! Θυμάται μια εποχή που ο ήλιος έκαιγε σα φλόγα, τότε που το μπλε στον ουρανό θύμιζε πίνακα του Βαν Γκονγκ. Τότε που εκείνη, όμορφη κι εύθραυστη σαν νούφαρο έβγαινε από το σπίτι της και περπατούσε, περπατούσε, περπατούσε, μες στα πλακόστρωτα στενά δίπλα απ’ το ποτάμι, κάτω απ’ την ατέρμονη λιακάδα..].

Ένα χτύπημα στην πόρτα, έντονο και βιαστικό. Η Άννα ανοίγει την πόρτα και βλέπει τη Μόιρα καμπουριασμένη όπως πάντα αλλά χλωμή, κατάκοπη.

«Γρήγορα. Δεν έχουμε πολύ χρόνο» λέει η ηλικιωμένη και εισβάλει σχεδόν βίαια μέσα με πρόσωπο που έχει την στιλπνότητα ενός αρρώστου.

«Είσαι καλά;» ρωτάει η Άννα. Η Μόιρα όμως δεν απαντάει. Φοβάται κάτι, το νιώθει η Άννα.

Αλλά τι;

Ανοίγει το καλάθι, βγάζει το κόκκαλο, το δόντι, το βάζο με τα κομμένα νύχια και το φτερό της κίσσας. Η Μόιρα δίνει τις οδηγίες, της αφήνει το χαρτάκι με το ξόρκι και φεύγει από το σπίτι. Τα πόδια της σέρνονται στο δρύινο πάτωμα.

Η Άννα κοιτάζει τη γριά να απομακρύνεται απ’ τον κήπο –μια σκοτεινή φιγούρα μες στην καταχνιά- κι αναρωτιέται που έχει ξαναδεί την εικόνα αυτή.

Ποιος να το πίστευε ότι μια νοικοκυρά θα έμπλεκε με αυτά τα πράγματα. Η Άννα εξοικειωμένη με τα αντικείμενα αυτά;

Κι όμως, σκάβει το λάκκο με απόλυτη προσήλωση στο σωστό μήκος και στο σωστό βάθος, τοποθετεί με ευλάβεια το καλάθι μες στα σπλάχνα της γης και ρίχνει το χώμα πάνω του. Οι κινήσεις της δεν είναι άτσαλες, ούτε απρόσεκτες κι όταν έρχεται η στιγμή να πει το ξόρκι τα λόγια της κυλάνε φυσικά από μέσα της σαν να πηγάζουν από μια ασυνείδητη πηγή πείρας και γνώσης.

Ο κεραυνός κάνει τη μοιραία εμφάνιση του κι η Άννα έχει την αίσθηση ότι όλα αυτά το σκάψιμο, το θάψιμο, ο ψαλμός τα φιλιά, όλα, έχουν ξαναγίνει από αυτή σε ένα πολύ, πολύ κοντινό παρελθόν.

 

Ημέρα 17η

Σήμερα ήρθε η γριά και μου έδωσε το ξόρκι . Εκείνη άλλωστε έκανε όλη τη δουλειά. Έκοψε το πόδι της κατσίκας για να πάρει το κόκαλο της. Έβγαλε τον φρονιμίτη της, -της πονούσε κιόλας-. Έκοψε όλα της τα νύχια και στραγγάλισε την κίσσα που ερχόταν και τσιμπούσε τις κολοκύθες. Εγώ απλά περίμενα. Κι ακόμα περιμένω. Όταν χτύπησα την πόρτα της δεν είχα φανταστεί πόσο δύσκολο θα είναι το εγχείρημα μας. Το ξέρω όμως, ότι πέτυχε. Αύριο θα ξυπνήσω με χαρά και αισιοδοξία. Θα είναι μια καινούρια μέρα. Μια μέρα που θα με φέρει πιο κοντά σε εκείνον.

«Για μια στιγμή!» η Άννα απομακρύνεται από το ημερολόγιο και κοιτάζει τις δυο τελευταίες προτάσεις.

«Κι όμως, νομίζω ότι αυτό το έχω ξαναγράψει».

Πιάνει στα χέρια της το ημερολόγιο. Το βλέμμα της ταξιδεύει στις γραμμές, από την τελευταία μέχρι την πρώτη, και καρφώνεται στην ημερομηνία. Παρασκευή 24 Νοεμβρίου.

Γυρίζει στην πίσω σελίδα. 24 Νοεμβρίου.

Γυρίζει στην πίσω σελίδα. 24 Νοεμβρίου.

24 Νοεμβρίου.

Όλες οι σελίδες γράφτηκαν την ίδια μέρα.

 

Ημέρα 18η

Φοράει τις μπότες της και το παλτό της. Ανοίγει την εξώπορτα και φεύγει από το σπίτι. Μικρές σταγόνες βροχής πέφτουν σαν δάκρια στο χώμα.

Πως κατέληξα εδώ; αναρωτιέται η Άννα βαδίζοντας γοργά στο χαλικόστρωτο δρομάκι. Θυμάται τον Νίκο να της κρατάει σφιχτά το χέρι στον κατάμεστο σταθμό του τρένου. Θυμάται το ταξίδι. Τα δερμάτινα μπλε καθίσματα, τα δάση, τις λίμνες που περνούσαν από δίπλα της στιγμιότυπα ταινίας.

Θυμόταν ότι διάβαζε τα Ανεμοδαρμένα Ύψη κι ένας άγνωστος της πρόσφερε ένα χαρτομάντιλο. Όχι, πρέπει να θυμηθεί κι άλλα. Πρέπει να πάει πιο πίσω, πριν από τη μέρα της αναχώρησης της.

Η ξύλινη πορτούλα χάσκει ορθάνοιχτη, στο τέλος του φράχτη, θαρρείς και πάντα περίμενε εκείνη για να τη διαβεί. Νιώθει αδύναμη. Ευάλωτη. Οι παλμοί της καρδιάς της ανεβαίνουν. Στέκεται λίγα μέτρα από την πόρτα παίρνοντας βαθιές ανάσες.

Ένα. Εισπνοή. Δυο. Εκπνοή. Τρία. Εισπνοή και βήμα. Τέσσερα. Εκπνοή κι άλλο ένα βήμα.

Μόλις περνά την πόρτα το βήμα της γίνεται πιο γρήγορα, κόντρα στον βόρειο άνεμο που μαστιγώνει.

Θυμάται ότι πάντα ήθελε να πάει στην επαρχία. Τοπία άγρια, ζοφερά μα και γοητευτικά συνάμα. Έβλεπε εικόνες στο διαδίκτυο: τα γραφικά χωριά στους λόφους, οι απέραντες πεδιάδες που απλώνονταν ως τις παρυφές του δάσους, τα ίδια τα δάση, πυκνά κι επιβλητικά, που νόμιζες θα ζωντανέψουν αν ψιθυρίσεις ένα τραγούδι.

Το σπίτι από πέτρα και ξύλο, με κόκκινη σκεπή και καμινάδα τυλιγμένη με κισσό, σε απόσταση αναπνοής από το πλησιέστερο χωριό. Φωλιασμένο κυριολεκτικά στους πρόποδες του βουνού.

Παράδεισος.

Ήθελαν κάποιον να φροντίζει τον κήπο. Ζούσε και μια ηλικιωμένη στο απέναντι σπίτι, που είχε μια φωλιά με κίσσες.

«Δεν είναι λίγο τρομακτικό, αγάπη μου; Εδώ έχεις για γειτόνισσα την κυρία Ευτέρπη που φτιάχνει κέικ και κουλουράκια. Εκεί θα έχεις μια γριά, με κολοκύθες και κίσσες;»

Η Άννα είχε γελάσει με το εύστοχο σχόλιο του αγαπημένου της.

«Εντάξει. Είναι λιγάκι επικίνδυνο. Αλλά μόνο αν ζήσω τον κίνδυνο θα μπορώ να γράψω για αυτό».

Να γράψει… Μα ναι!

Ήταν συγγραφέας. Πόσο εύκολα και πόσο γρήγορα είχε ξεχάσει το όνειρο της ζωής τη! Για αυτό είχε έρθει εξ’ αρχής εδώ. Δεν είχε όρεξη να φροντίζει μια χαροκαμένη γριά! Ήθελε να καταγράψει τις ζωές των χωρικών, να ερευνήσει γεγονότα που ενδεχομένως να σημάδεψαν τις οικογένειες και τον τόπο τους, να μάθει ιστορίες και να πλάσει άλλες μέσα από αυτές. Απέτυχε όμως. Απέτυχε και τώρα έτρεχε να επιβιώσει. Δεκαέξι ημέρες στην άβυσσο του χρόνου. Δεκαέξι ημέρες σε ένα συνεχόμενο σήμερα. Το αύριο ήταν το σήμερα ή το σήμερα ήταν το χθες;

Ήταν τρελό κι αλλόκοτο όλο αυτό και καμία διάθεση δεν είχε να μάθει ποια δύναμη την παγίδευσε σε αυτό. Πως γίνεται να ζεις –η έστω να πιστεύεις ότι ζεις- την ίδια μέρα, ξανά και ξανά;

Η βροχή έχει δυναμώσει τώρα. Οι σταγόνες τρυπούν το πρόσωπο της σαν βελόνες. Εκείνη όμως δε σταματάει. Τα πόδια της βυθίζονται στον λασπωμένο δρόμο. Πρέπει να φτάσει στο χωριό. Καθώς προσπερνάει τη μπλε πινακίδα με το όνομα του χωριού, όλο και περισσότερες εικόνες ξυπνούν από τον λήθαργο της μνήμης.

Θυμήθηκε την πρώτη μέρα που εγκαταστάθηκε στο σπίτι.

Ο παλιός ιδιοκτήτης, ένας ψαράς με περίεργο όνομα της έδειξε τα κατατόπια, της έδωσε τα κλειδιά και της ευχήθηκε καλή τύχη. Η Άννα δεν είχε νέα του από τότε.

Τη δεύτερη μέρα προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον Νίκο όμως η υπηρεσία του κινητού ήταν ανενεργή.

Βγήκε έξω στον κήπο, σήκωσε το κινητό ψηλά λες κι ο Θεός θα τη λυπόταν και θα της χάριζε μια ευλογημένη επικοινωνία. Άδικος κόπος. Το κινητό, νεκρό.

Σκέφτηκε πως θα ήταν ευκαιρία να γνωρίσει τη γειτόνισσα της. Να της συστηθεί για αρχή και να τη ρωτήσει αν λειτουργούσε το τηλέφωνο της. Ωστόσο η ηλικιωμένη γυναίκα έμοιαζε να ζει σε άλλον αιώνα. Δεν είχε ρεύμα, ούτε ηλεκτρικές συσκευές, μόνο το τζάκι αναμμένο και ένα σωρό κεριά διάσπαρτα που μύριζαν κανέλα.

Αποφάσισε να εμπιστευθεί τον παλιό πατροπαράδοτο τρόπο. Πήρε χαρτί και στυλό κι έγραψε γράμμα στον Νίκο.

Του περιέγραψε τις δυο πρώτες, βαρετές ημέρες της καινούριας της ζωής, του είπε πόσο της λείπει και πόσο θα ήθελε να ήταν κι αυτός εδώ, να κάνουν τη ζωή που πάντοτε ονειρεύονταν μακριά από τη βαβούρα της πόλης και τους αγχώδεις της ρυθμούς, μακριά, μακριά, μακριά, στη δική τους Εδέμ…

Έκλεισε το γράμμα σε έναν φάκελο και πήγε μια βόλτα στο χωριό. Έπρεπε άλλωστε να μάθει και τη διαδρομή, αφού θα την έκανε συχνά λόγω της επικείμενης έρευνας της.

Στο ταχυδρομείο μόλις ανέφερε το όνομα της στον γενειοφόρο υπάλληλο, εκείνος σηκώθηκε από την καρέκλα του και χάθηκε πίσω από ένα ράφι για να επιστρέψει πάλι μετά από κάμποσα λεπτά.

«Αυτό νομίζω ότι είναι για σας. Ήρθε χθες το πρωί» της είπε και της έτεινε ένα φάκελο.

Η Άννα δε χρειαζόταν να δει το όνομα και τη διεύθυνση. Κατάλαβε.

Το πήρε χωρίς να προλάβει καν να δώσει το δικό της, βγήκε έξω και κάθισε σε ένα από τα παγκάκια του πάρκου για να το διαβάσει…

Στη ζωή του Νίκου υπήρχε μια άλλη γυναίκα.

Αυτό έλεγε το γράμμα.

Την είχε απατήσει ένα βράδυ τότε που πήγε σε συνέδριο στη Θεσσαλονίκη. Τότε που η Άννα είχε κλείσει τα 30, είχε βάλει πέντε παραπάνω κιλά και δεν αισθανόταν αρκετά θελκτική για εκείνον.

Τότε που δεν είχε όρεξη για έρωτα και τον απωθούσε συνεχώς. Τότε που την απέλυσαν από τη δουλειά επειδή η επιχείρηση φαλίρισε.

Την είχε απατήσει. Και δεν άντεχε να της το πει κοιτώντας την στα μάτια.

Δεν άντεχε να κοιμάται στο ίδιο κρεβάτι μαζί της, να τρώει στο ίδιο τραπέζι μαζί της, να κάθεται στον ίδιο καναπέ μαζί της. Ακόμα κι αν η Άννα τον συγχωρούσε, τίποτα δεν θα ήταν το ίδιο. Η σχέση τους είχε ήδη δηλητηριαστεί.

«Θα είναι ωραία στην Ήπειρο». Τότε του το είχε πει. Λίγες ώρες αφού είχαν δει την αγγελία. «Αν είναι ωραία, θα έρθω κι εγώ» της είπε εκείνος με χαμόγελο και μάτια ελπιδοφόρα.

Κι η Άννα τον είχε πιστέψει.

Θα ήταν άραγε εύκολο να είναι μόνη της τόσα χιλιόμετρα μακριά από εκείνον και να τον ξεχάσει; Ο κόσμος της είχε γκρεμιστεί σαν μια στοίβα από τραπουλόχαρτα. Έτρεξε αμέσως στο σπίτι και χτύπησε την πόρτα της γριάς.

«Τον θέλω» είπε με τρεμάμενη φωνή. Η γριά την υποδέχθηκε, την κάθισε στην κουνιστή καρέκλα πλάι στο τζάκι και της πρόσφερε ένα τσάι. Μύριζε αγιόκλημα και δεντρολίβανο.

«Τον θέλεις;» Η φωνή της γριάς ήταν σιγανή και απόμακρη, σαν να έβγαινε από απύθμενο πηγάδι.

«Ναι…» Η Άννα έτρεμε, τα δάκρια αυλάκωναν όλο και πολύ το πρόσωπο της. «Θέλω να έρθει εδώ και να μου πει ότι με αγαπάει. Να ακούει τη φωνή μου στις φωνές των άλλων. Να βλέπει το πρόσωπο μου στα πρόσωπα των άλλων. Δε με νοιάζει το τίμημα.

Και τη ψυχή μου στον διάβολο αν είναι να γυρίσει εδώ, κοντά μου…»

Η ψυχή στον διάβολο!

Αυτή ήταν η φράση που έκανε το πρόσωπο της γηραιάς κυρίας να λάμψει από ευχαρίστηση και φλόγες ικανοποίησης να χορέψουν στις ίριδες των ματιών της.

«Τότε έχω αυτό που χρειάζεσαι. Θα σου τα φέρω αύριο. Να είσαι προετοιμασμένη» της είπε η γριά και την επόμενη μέρα της έφερε το καλάθι.

Και της το έφερνε κάθε μέρα, κάθε μέρα, κάθε μέρα.

Έξω από το σπίτι, δυο ένστολοι άντρες.

«Η δεσποινίς Αντωνίου;»

«Πρώην κυρία Αντωνίου» απαντάει εκείνη, με τα δάκρια ξεραμένα ακόμα κάτω από τα μάτια της.

«Τι θα θέλατε, παρακαλώ;»

«Ήρθαμε για τη γειτόνισσα σας, τη Μόιρα. Πόσες μέρες έχετε να της μιλήσετε;»

Η Άννα τους κοιτάζει μπερδεμένη. Δεν καταλαβαίνει τι της λένε. Σαν να μιλούν μια ξένη γλώσσα.

«Πόσες μέρες έχετε να μιλήσετε στη γειτόνισσα σας;» επαναλαμβάνει την ερώτηση ο ψηλότερος άντρας. «Πόσες μέρες, βασικά, έχετε να τη δείτε;»

«Από χθες το πρωί» απαντάει αμέσως η Άννα, χωρίς να το σκεφτεί. Άλλωστε, γιατί να το σκεφτεί; Αυτή δεν είναι η αλήθεια;

Τα βλέμματα που ανταλλάζουν οι δυο αστυνομικοί μαρτυρούν ότι κάτι περίεργο συμβαίνει.

«Η κυρία Μόιρα…» ξεκινάει ο ψηλότερος, αλλά τα λόγια του τα συμπληρώνει ο άλλος «είναι νεκρή εδώ και δεκαέξι ημέρες»

 

Ημέρα 27η

Το πανδοχείο είναι γεμάτο. Μόλις τα σύννεφα υποχώρησαν και φανέρωσαν τον ήλιο, άνθρωποι από όλα τα μέρη της Ελλάδας επισκέφθηκαν το χωριό για το Σαββατοκύριακο. Τα πολύχρωμα σπίτια που δέσποζαν στην βουνοπλαγιά έκαναν τον γύρο του διαδικτύου, όμως οι συνεχείς αναφορές σε καταιγίδες και χαμηλές θερμοκρασίες απωθούσαν μεγάλο ποσοστό επισκεπτών.

Τέλη Νοεμβρίου και το χωριό βρίθει από κόσμο. Ερωτευμένα ζευγάρια, οικογένειες με παιδιά, φοιτητές.

Η Άννα τους παρακολουθεί που παρελαύνουν από το παράθυρο της. Δίπλα της μια κούπα με ζεστό καφέ. Μπροστά, ο φορητός υπολογιστής. Έχει φτάσει στο τελευταίο κεφάλαιο της ιστορίας.

Τις τελευταίες δέκα μέρες, αφού ενημερώθηκε για τον ακαριαίο θάνατο της γριάς, ρώτησε τους ντόπιους για να μάθει περισσότερα για αυτήν. Κάποιοι έλεγαν πως ήταν χήρα αιδεσιμότατου και εμφανιζόταν μια φορά το μήνα στην εκκλησία. Κάποιοι έλεγαν ότι πάντα ήταν νεκρή και πως ποτέ δεν υπήρξε. Έβλεπαν λέει μόνο να περιφέρεται τις νύχτες στα στενά με το μαύρο της φουστάνι να ανεμίζει. Πόσες διαφορετικές εκδοχές για την ταυτότητά της! Όλοι όμως συμφωνούσαν στο ότι ήταν μάγισσα και ενίοτε –είπαν εμπιστευτικά κάποιες γυναίκες- την επισκέπτονταν τα βράδια για να ακούσουν τους χρησμούς της, να τους διαβάσει τον καφέ, το τσάι, τα Ταρώ.

Η Άννα τα ένωσε όλα αυτά –και τα παράλογα και τα λογικά- κι έφτιαξε τη δική της ιστορία. Μια ιστορία για μια γυναίκα πληγωμένη που ζήτησε βοήθεια από μάντισσα για να γυρίσει κοντά ο αγαπημένος της και κατέληξε να ζει μια συνεχόμενη ημέρα περιμένοντας τον.

Δεν αναρωτήθηκε ποτέ αν αυτά που έζησε συνέβησαν στα αλήθεια. Ζούσε στα αλήθεια η γριά όταν της έφερε το καλάθι ή ήταν δημιούργημα της φαντασίας της; Κι αν πράγματι ήταν ζωντανή και της έφερε το καλάθι μήπως το ξόρκι ήταν αυτό που επαναλάμβανε την ίδια μέρα; Ή μήπως αυτό το χρονικό συνεχές ήταν μονάχα στο μυαλό της; Ήταν τόσο ερωτευμένη με τον Νίκο που έχτιζε την ίδια μέρα με το ίδιο ξόρκι, ξανά και ξανά περιμένοντας τον να έρθει κοντά της;

Διώχνει τις δυσάρεστες σκέψεις από το μυαλό της και συνεχίζει το γράψιμο. Θα τελείωνε σήμερα το έργο της. Θα το έστελνε στην Αθήνα, για έκδοση και δεν ήθελε να σκέφτεται ούτε τον Νίκο, ούτε τη Μόιρα. Δεν είχε νόημα να μένει εγκλωβισμένη στο παρόν. Αυτή ήταν πια η συγγραφική ζωή της. Κι έπρεπε να τη ζει κάθε μέρα, διαφορετικά.

 

Μάρτιος

Βγαίνει στη βεράντα. Αναπνέει. Ο ήλιος ζεσταίνει το πρόσωπο της και κάνει το γρασίδι να λάμπει. Τα κλαδιά της ανθισμένης ιτιάς θυμίζουν ακατέργαστο χρυσάφι και τα λουλούδια έχουν ανοίξει τα πέταλά τους: τριαντάφυλλα, ντάλιες, παπαρούνες και χρυσάνθεμα, μια πανδαισία χρωμάτων και αρωμάτων. Η Άννα κοιτάζει το απέναντι σπίτι. Το πωλητήριο κατέβηκε χθες. Σύντομα θα έρθουν οι καινούριοι γείτονες. Άραγε θα έχουν ακούσει την ιστορία για το σπίτι και την παλιά ιδιοκτήτρια του;

Ένα χτύπημα στην πόρτα ήταν αρκετό για να κάνει την Άννα να τιναχτεί στο κρεβάτι. Ένας ήχος τόσο απλός κι όμως συνδυασμένος με τόσα δυσάρεστα συναισθήματα.

Τρίβει τα μάτια της και κοιτάζει το ράφι απέναντι από το κρεβάτι. Ναι, τα δυο βιβλία που έγραψε όλους αυτούς τους μήνες, τυπωμένα από τον εκδοτικό οίκο, να της υπενθυμίζουν κάθε μέρα την επιτυχία της. Την εκπλήρωση του σκοπού της.

Η πόρτα συνεχίζει να χτυπά. Ξεφυσάει απηυδισμένη, βάζει τις παντόφλες, τη ρόμπα της και κατεβαίνει κάτω.

«Μα φυσικά» σκέφτεται καθώς ανοίγει την πόρτα και αντικρίζει τους εργάτες. Σήμερα θα έρχονταν να σκάψουνε το χώμα. Πάντοτε ήθελε να χτίσει ένα σιντριβάνι στο σπίτι των ονείρων της.

«Κυρία Άννα;»

Η Άννα καθισμένη στον καναπέ ανασηκώνει το κεφάλι. Ένας από τους εργάτες την πλησιάζει, σκουπίζοντας τον ιδρώτα από το μέτωπο του.

«Βρήκαμε αυτό στην τρύπα που ανοίξαμε, κάτω από την ιτιά». Ο άντρας αφήνει το ψάθινο καλάθι στον πάγκο της κουζίνας κι επιστρέφει στον κήπο.

Η Άννα προσπαθεί να καταπιεί αλλά το σάλιο είναι πια ξερό και της γρατζουνάει τον οισοφάγο. Κύματα ρίγους απλώνονται στους ώμους της.

Νόμιζε ότι είχε απαλλαγεί από αυτό.

Πηγαίνει αργά προς την κουζίνα, απλώνει τα χέρια διστακτικά κι ανοίγει το καλάθι. Με τρεμάμενα χέρια ψηλαφίζει τα αντικείμενα στο εσωτερικό του. Τα πιάνει ένα-ένα και τα βγάζει έξω, ελπίζοντας ότι ο εφιάλτης δε θα ζωντανέψει για ακόμη μια φορά.

Ένα. Εισπνοή. Δυο. Εκπνοή. Τρία.

Ανοίγει τα μάτια της.

Ένα κόκκαλο, ένα δόντι, ένα βάζο με κομμένα νύχια και ένα φτερό μιας κίσσας.

 

Θάνος Μολούδης