“ΓΑΛΑΖΙΟ” ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΘΕΝΗ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ (Ε-book)

Το τελευταίο τσιγάρο έσβησε από το βαρύ θαλασσινό αεράκι. Ένα ποτάμι κυλούσε στο ξύλινο τραπέζι, ξεκινούσε από το ορθάνοιχτο στόμα του και κατέληγε στο έδαφος εκεί που οι μύγες κάνανε μπάνιο. Στραβοκατάπιε και το ποτάμι γύρισε πίσω από εκεί που άρχιζε. Ξύπνησε. Πνίγηκε από το σάλιο του και πετάχτηκε αλαφιασμένος. Ο ύπνος τον είχε πάρει για τα καλά καθήμενο στην καρέκλα  με τα μούτρα στο τραπέζι. Από το τρίξιμο κατάλαβε το που βρισκόταν κι έβηξε σα λυσσασμένος. Η γεύση κρασιού με τσιγάρο έκανε την εμφάνιση της. Σκούπισε τα γένια του σταματώντας το ποτάμι του σάλιου κι ενοχλημένες οι μύγες, του επιτέθηκαν. Τις έδιωξε με τα χέρια του κι έτριψε το κόκκινο μέτωπο. «Τι ώρα είχε πάει;» Ήταν μόνος στον τεκέ. Το ένιωθε. Οι υπόλοιποι που πίνανε μαζί, είχαν χαθεί. Έβηξε ξανά και αυτή τη φορά έφτυσε κάτω κόκκινη λίμνη.

Με μοναδική συντροφιά τα άδεια μπουκάλια, προσπάθησε να δει τη θάλασσα. Τα κύματα της συνέχιζαν να τραγουδάνε στο κεφάλι του επίμονα. Ήθελαν να του θυμίσουν. Όλο και πιο πολύ, όλο και πιο έντονος ο ήχος τους, έσκαγε στα αυτιά του όπως σκάει το νερό στα βράχια. Τα κύματα τον χάιδευαν από μακριά σα χέρι που αφαιρεί τη λήθη. Ώσπου νίκησαν. Τινάχτηκε και προσπάθησε να σηκωθεί  όμως πάλι δεν τα κατάφερε. Τότε, άρχισε να θυμάται. Έπρεπε να τους προλάβει. Το ψάρεμα διαρκούσε βδομάδες. Τους είχε χάσει πολλές φορές, μα τώρα θα άλλαζαν τα πράγματα. Ένιωθε έτοιμος. Έπρεπε να τους βρει πριν φύγουν πάλι χωρίς αυτόν. Ήθελε κι αυτός να μυρίσει ψάρι, να ποτιστεί με αλμύρα. Έκανε τελευταία φορά να σηκωθεί από την αναθεματισμένη καρέκλα. Το λαχταρούσε όσο τίποτα. Ήθελε να τους τα ψάλλει διότι για άλλη μια φορά δε τον περίμεναν. «Οι μπάσταρδοι…».
Ο άνεμος γίνονταν όλο και πιο επίμονος. Προσπάθησε να σηκωθεί για μια ακόμα φορά. Μάταια. Το σώμα του, άγκυρα, έμενε πεισματικά εκεί. Δεν κουνήθηκε καθόλου. Ο αέρας ούρλιαζε στο σβέρκο  κι η θάλασσα τον φώναζε όλο και περισσότερο. Πείσμωσε κι αυτός.
Τραντάχτηκε  για να ξεφύγει απ’το τραπέζι. Με το κεφάλι του βαρύ από το κρασί και το σώμα του δίχως  δυνάμεις, άρχισε να σπρώχνει τα μπουκάλια και να κουνά τα χέρια  με μανία  για να φύγει. Η καρέκλα συνέχιζε να τρίζει εκκωφαντικά. Μαζί και η  ψυχή του. Το λίγο κρασί του τραπεζιού χύνονταν προς τα πόδια  μπροστά του και κατέληγε  στο έδαφος. Έβρηζε και κουνιόταν σα κύμα. Η καρέκλα τον είχε παγιδέψει. Μάλλον δεν είχε ξεμεθύσει ακόμα κι η θαλάσσια τον καλούσε. Γύρισε το βλέμμα προς τα κάτω και ….θυμήθηκε! Προσπάθησε να σηκώσει τα πόδια του. Εκείνα πουθενά. Το ποτό είναι πονηρό πράγμα. Σε εξαπατά. Πως θα σηκωνόταν χωρίς τα κάτω άκρα; Έμεινε να κοιτά το κενό. Αρχικά το ένα και μετά το άλλο. Εκείνα τα δύο κενά.
Ο αέρας κρύωσε. Θυμήθηκε. Είχαν λόγο που δε τον ξυπνούσαν. Κάθε χρόνο τον άφηναν να κοιμάται. Γλεντούσε μαζί τους πάντα μια μέρα πριν μα γαλάζιο τελικά δεν έβλεπε.  τους γκρίζους άψυχους τοίχους. Τα χείλη του τρεμόπαιξαν. Η θάλασσα ακόμα τον καλούσε. Νέο ποτάμι κύλησε, αυτή τη φορά από τα μάτια του. Ποτάμι πικρό. Οι μύγες έφυγαν.   Χτύπησε με τα χέρια το τραπέζι κι έφυγε  πίσω,  πάνω στον ξύλινο θρόνο του. Παραδομένος άφησε το κεφάλι του να  χτυπήσει στο πέτρινο έδαφος. Έπρεπε να βγει έξω. Να αγναντέψει  γαλάζιο. Να μυρίσει ψάρι…

Δημοσθένης Μιχαηλίδης

 


~ art  is  our  therapy  ~