Είμαι ο Χόπες. Ζω στην Οαχάκα του Μεξικό συντροφιά με τη μητέρα μου, την Ντολόρες.

Η ώρα του πρωινού έφτασε! Από το γεύμα μου με χωρίζουν 17 ακριβώς σκαλιά. Ω ναι! Μόλις τα μέτρησα, όπως άλλωστε κάνω κάθε μέρα -ή μήπως δεκαέξι;- Στο τραπέζι υπάρχει και ένα τρίτο σερβίτσιο για κάποιον του οποίου τα στοιχεία μου διαφεύγουν.Το κουδούνι!

«Καλημέρα ομορφούλα. Συμπαθητικό το σπιτάκι σας»

«Πέρασε. Είχα κάνει τόσες ετοιμασίες. Δεν πέτυχαν όλες. Έφτιαξα ένα κέικ σοκολάτας πεντανόστιμο. Και ο καφές μου όμως δεν πάει πίσω, Βραζιλίας! Μυρίζεις το σπίτι; Είναι γεμάτο φρέσκα αρώματα. Ήθελα να πάρω και σημερινά αυγά από τη γειτόνισσα. Δεν την πρόλαβα όμως, έφευγε βιαστικά να δώσει για υιοθεσία το σκύλο της μου είπε. Ήταν ανεπίδεκτος εκπαίδευσης. Είχε γεμίσει την κουζίνα της με περιττώματα, με το συμπάθιο πάντα. Βέβαια αν κρίνω από τις μαγειρικές ικανότητες της καημενούλας, μπορεί να ήταν και μία ένδειξη διαμαρτυρίας του κακόμοιρου ζωντανού. Του έβαζε με το ζόρι στο στόμα ότι έφτιαχνε και…»

«Εντάξει γλυκιά μου αρκετά, κατάλαβα ότι…»

«Δεν κατάλαβες τίποτα! Στο μεταξύ πήγα στο κομμωτήριο και μου είπαν ότι δεν υπήρχε για εμένα ραντεβού. Προσπάθησα να κερδίσω χρόνο και να τα κάνω μόνη μου, αλλά το μόνο που κατάφερα είναι να μοιάζω με κακοφορμισμένο πτηνό ή καλύτερα με αναμαλλιασμένη φοράδα που μπλέχτηκε η χωρίστρα της από τις υπερωρίες στον ιππόδρομο και μάλιστα….»

«Πείνασα ξέρεις»

«Ω, με συγχωρείς. Α να κι ο γιός μου! Χόπες τον έχεις ξαναδεί τον φίλο μου τον Χάρπερ…» Για την ακρίβεια τον πολύ καλό μου φίλο. Ξέρεις ο Χάρπερ έχει οικογένεια στη Νέα Υόρκη. Από εκεί είναι. Έχει χωρίσει από τη γυναίκα του και σε λίγο καιρό, από αύριο δηλαδή, θα μένει μόνιμα μαζί μας. Αργότερα βεβαίως θα έρθουν και τα παιδιά του. Έχει δύο γιούς στην ηλικία σου. Καλλιτεχνική φλέβα οικογενειακώς. Πήραν από τον ταλαντούχο πατέρα τους. Ασχολούνται με τη μουσική και το θέατρο. Αχ Χάρπερ, που να ακούσεις πόσο υπέροχα παίζει κιθάρα και ο Χόπες μου.

[Ας πει κάποιος επιτέλους σε αυτό τον γελοίο χιμπατζή, που παρά τους αιώνες, δεν έχει απαρνηθεί την ομοιότητα με τη μη εξελιγμένη πρώτη version του είδους του, πως δεν είναι ανάγκη να έχεις δέκα εκατοστά νύχια για να παίζεις κιθάρα!]

«Θα με συγχωρέσετε εμένα πρέπει να ανέβω στο δωμάτιό μου. Έχω την αίσθηση πως ξέχασα κάτι πού σημαντικό να κάνω».

«Έγινε φιλαράκο, δε χανόμαστε, ε;»

«Χόπες; Είσαι καλά; Δε θα φας; Εσύ πάντα ανυπομονούσες γι’ αυτή τη στιγμή. Αν δεν αισθάνεσαι καλά να ξέρεις πως ο σύζυγος της γειτόνισσας είναι πολύ καλός γαστρεντερολόγος. Πολύ άξιος άνθρωπος, δε θα φοβηθείς καθόλου. Πρέπει όμως να μου το πεις, να το κανονίσουμε εγκαίρως, γιατί έχει πολύ κόσμο πάντα. Έκανε πολλά λεφτά σου λέει, μέχρι και δεύτερο εξοχικό πήρε, να δεις που το πήρε…»

«Σ’ ευχαριστώ μητέρα, δε θα χρειαστεί»

Ο μόνος γιατρός που θα με έκανε να νιώσω καλύτερα αυτή τη στιγμή είναι αυτός που κάνει αφαίρεση χολής.

Να το πάλι. Ένα, δύο, τρία, δεκαέξι, δεκαεπτά. Ναι, είναι δεκαεπτά! Πίσω πάλι στο δωμάτιό μου.

Πριν από λίγο, είχαν τακτοποιηθεί όλα στην ζωή μου. Όλα! Τα πάντα είχαν μπει σε μία τάξη. Ακόμα και στο σπίτι υπήρχε μία γλυκιά αρμονία. Τώρα η ακαταστασία κρύβεται επιμελώς μέσα στα ντουλάπια του μυαλού μου. Μα για πόσο ακόμα; Στην πρώτη στοιβάδα της σκέψης μου υπάρχει μία άκρως αντιπαθητική μνήμη.Τόσο αντιπαθητική, που μετά βίας κρατιέμαι να μη μαγειρέψω αυτόν τον άξεστο χιμπατζή στιφάδο.

Με το στόμα μου σφιγμένο γι’ ακόμα μία φορά, με το πρόσωπό μου μουδιασμένο από οργή, η μοναδική επιτακτική μου ανάγκη είναι να ξεμπερδέψω με αυτόν τον λίγδα. Από την ώρα που ήρθε αυτός ο βρωμιάρης, έχει αφυπνισθεί ο δαίμονας μέσα μου. Ένας δαίμονας που επιτηρεί σιωπηλά τα πάντα και ξεσπάει. Ξεσπάει ξαφνικά, λίγο ανορθόδοξα και σχεδόν πάντα χωρίς προειδοποίηση.

Η επόμενη μέρα με βρίσκει απορροφημένο μπροστά στο παράθυρο της κουζίνας. Κάθε σενάριο που εκτυλίσσεται εκτός -του άλλοτε φιλόξενου σπιτιού μου- φαντάζει ελκυστικό. Mία ευκαιρία για σκασιαρχείο σκέψης. Μία χαραμάδα διεξόδου.

«Γεια σου φιλαράκο!»

[Όχι πάλι. Γυρνάω το βλέμμα μου προς τα πίσω. Είναι ο χιμπατζής (!). Πρώτη μου φορά βλέπω χιμπατζή με λευκό μπουρνούζι. Κάνει μία αξιολύπητα αποτυχημένη αντίθεση. Νιώθω το πρόσωπό μου σουφρωμένο από αηδία. Οι ρυτίδες απέχθειας μου γαργαλάνε τη μύτη]

«Φιλαράκος; Ποτέ! Κοίτα, καλό είναι να μαζέψεις τα δύο βρακάκια που φέρεις ως μοναδικά περιουσιακά στοιχεία και να πάρεις δρόμο από εδώ μέσα. Χόρτασε το μάτι μου από ηλιθιότητα».

[Στη σαχλή του φάτσα, ξεκίνησε να σχηματίζεται σιγά σιγά, ένα στραβό χαμόγελο ειρωνείας. Με αέρα και την αυτοπεποίθηση ενός αλησμόνητου γόη, συνεχίζει να κρατά ψηλά το ηθικό του].

«Άκου προσεκτικά, μπούλη! Έχω σκοπό να μείνω στο γλυκανάλατο σπιτάκι σας. Βλέπεις γουστάρω το κωλαράκι της μανούλας σου πολύ. Τόσο πολύ που θέλω να το γλείφω κάθε μέρα, γι’ αυτό σπάσε. Πόσο είσαι; 30; 35; Ρε μήπως να πας να γαμηθείς λίγο. Μα .. ωχ για στάσου, είσαι παρθένα αδελφούλα; Μα ναι! Πώς δεν το κατάλαβα νωρίτερα; αχαχχαχαχαχα! Δεν έχεις πηδήξει ποτέ στην ζωή σου, δε σε αδικώ.»

Μία ντουζίνα τύμπανα χτυπούν το κεφάλι μου. Μία δαιμονική φωνή μέσα μου, μου υπαγορεύει να κάνω ένα βήμα πίσω. Τα κύματα ζάλης και οργής με έχουν κυριεύσει, δεν το πιστεύω. Με προδίδουν οι δυνάμεις μου. Είμαι δειλός! Γιατί τρέμω;

Γιατί δεν μπορώ να υπερασπιστώ τον εαυτό μου, για μία φορά στην ζωή μου; Γιατί δεν μπορώ να προστατέψω την ίδια μου τη μητέρα, από αυτόν τον καργιόλη; Ας πω κάτι τουλάχιστον.

Τώρα! Τίποτα. Πάλι τίποτα.

Χαμογέλασε γεμάτος απαξίωση και έφυγε πετώντας μου μία καπότα.

Έχει βραδιάσει και όμως δεν έχει φύγει ίχνος από την ένταση της πρωινής μου συνάντησης με τον χιμπατζή. Θα πρέπει να είναι στον καναπέ του σαλονιού ακόμα. Πώς θα τον αποφύγω; Διψάω. Για να πάω όμως στην κουζίνα, πρέπει να περάσω αναγκαστικά από το σαλόνι. Τώρα που το σκέφτομαι και το νερό από τη βρύση του μπάνιου δεν είναι καθόλου άσχημο. Εντάξει, κάποιες φορές μπορεί να με πιάνει ένας μικρός στομαχόπονος. Μετά από μία ώρα όμως; Δεν θα μου έχει περάσει; Συνήθως περνάει. Τα σκαλιά όμως. Δε μέτρησα τα σκαλιά. Είναι δεκαέξι ή δεκαεπτά;

Όχι! Θέλω να πεθάνω. Θα αρχίσω να μασάω τα ρούχα μου. Η αναπνοή μου γίνεται όλο και πιο αργή και ρηχή. Τα υπολείμματα οξυγόνου εντός του χώρου λιγοστεύουν. Χτυπιέμαι σαν το χταπόδι στο πάτωμα. Μήπως αν χτυπήσω το κεφάλι μου στον τοίχο; Ε; Δε θα με κάνει να ξεχαστώ;

Θα ξεχαστώ! Ή και όχι. Θα πάω.

Ένα, δύο, τρία… δεκαέξι, δεκαεπτά! Ναι! Είναι δεκαεπτά, ουφ! Να και ο homo sapiens, ο βασιλιάς των σπηλαίων. Κοιμήθηκε το ζώον. Μπροστά στη δεύτερη του γκόμενα, την τηλεόραση. Του κάνουν παρέα και καμία δεκαριά μπουκάλια από τελειωμένες μπύρες. Τώρα που τον βλέπω τον μπάσταρδο, έτσι παραδομένο στον ύπνο του.. χμμ δεν είναι και τόσο τρομακτικός κι εγώ πάλι δε νιώθω και τόσο ανήμπορος. Τώρα που στέκομαι μπροστά του… Τώρα ναι μάλιστα, μπορώ να δικαιωθώ!

Σκύβω, απλώνω το χέρι μου στο τραπεζάκι. Αρπάζω ένα ψαλιδάκι για τα νύχια. Πρέπει να πνίγεται στον μύκητα. Ο homo sapiens έκοψε τα φρικτά του νύχια πριν από λίγο. Πλησιάζω τον οχετό κακοτεχνημένης φάτσας. Η μπουνιά μου κρατάει με σταθερό χέρι το ψαλιδάκι. Παίρνω φόρα και με τη μυτερή του μεριά το καρφώνω στο λαιμό του. Τα μάτια του ανοίγουν έκπληκτα από φόβο και οίκτο. Το αίμα του τρέχει με ορμή, να απελευθερωθεί επιτέλους από το σιχαμένο σώμα όπου κατοικούσε.

«Έτσι σου έμελλε καργιόλη, αυτό το βρωμερό λαρύγγι δε θα βγάλει ποτέ ξανά λαλιά!»

Είμαι εξαντλημένος. Τώρα μπορώ να κοιμηθώ ήσυχος.

Μόλις άνοιξα τα βλέφαρά μου. Μία νέα υπέροχη ημέρα! Χωρίς περιττούς κομπάρσους να μου στερούν πολύτιμο οξυγόνο. Μα η ώρα είναι δέκα, και η μητέρα μου ακόμα να φανεί στο δωμάτιό μου. Περίεργο, εκείνη κάθε μέρα ακριβώς στις 9 πάντοτε μου χτυπάει την πόρτα. Επιτέλους, να τη!

«Πού ήσουν τόση ώρα; Γιατί άργησες;»

«Χόπες μου, ορίστε σου έφερα τα πολύχρωμα χαπάκια που τόσο σου αρέσουν! Ορίστε και το νερό σου. Τώρα που το ήπιες θα πάμε μία βόλτα στον κήπο. Έχω πολλά νέα να σου πω. Όλα τα νέα της απέναντι πτέρυγας, δεν μπορείς να φανταστείς τι γίνεται. Τη θυμάσαι εκείνη την στρουμπουλή κυρία που είχαμε πετύχει μία φορά στον κήπο και νόμιζε πως ήταν κότα; E λοιπόν..»

«Μαμά, ξέρεις, δηλαδή πρέπει να σου πω, χθες έκανα κάτι για τη δική σου και τη δική μου σωτηρία, αυτός ο άνθρωπος δεν ήταν για εσένα…»

«Χόπες θα σου υπενθυμίσω για ακόμα μία φορά. Μπορεί να σε αγαπάω, όπως αγαπάω όλους τους ασθενείς εδώ πέρα, αλλά δεν είμαι η μητέρα σου. Είμαι η νοσοκόμα Ντολόρες. Πάλι τα ίδια; Πάλι οι ίδιες εμμονές; Πάλι θέλουν το κακό μας;»

«Σταμάτα λίγο σε παρακαλώ, πρέπει να μετρήσω τα σκαλιά»

«Καταλαβαίνω».

«Μαμά είναι δεκαεπτά!»

«Το ξέρω Χόπες, το ξέρω. Στάσου λίγο, να πω δύο λόγια στο γιατρό. Δρ. Χάρπερ, αν μπορούσα να έχω λίγο από το χρόνο σας. Ξέρετε να, θα ήθελα να σας ενημερώσω σχετικά με τη φθίνουσα πορεία ορισμένων ασθενών. Βλέπετε παρά τη φαρμακευτική αγωγή που προτείνατε, εμφανίζεται ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο σκέψης σε ορισμένους. Έτσι λοιπόν, θα το έκρινα σκόπιμο να σας προτείνω να μειώσουμε αρχικά κάποιες δοσολογίες. Κυρίως λόγω των παρενεργειών που αυτές προκαλούν»

«Για εσένα ομορφούλα, πάντα υπάρχει χρόνος! Έλα να με βρεις στο γραφείο μου, στο ισόγειο της κλινικής απόψε στις 9. Θα σου λύσω κάθε απορία»

«Έγινε γιατρέ, στις 9 στο γραφείο σας»

Μα τι συμβαίνει; Ζει ακόμα αυτός ο λίγδας; Είχα την εντύπωση πως είχα ξεμπερδέψει με την ενοχλητική του ύπαρξη. Χμμ, κάτι δεν έγινε σωστά. Πρέπει να προστατέψω τη μητέρα μου. Στις 9 χιμπατζάκο, θα έχεις στη μία επίσκεψη άλλη μία δώρο.

Βράδιασε. Η ώρα είναι 9.

Βρίσκομαι απ’ έξω από το δωμάτιό του.

Η μητέρα μου είναι ήδη μέσα. Η πόρτα μισάνοιχτη. Συζητάνε για κάποιον ασθενή;

Άκουσα καλά;

«Σε ακούω γλυκιά μου, μπορείς να καθίσεις αναπαυτικά στον καναπέ, εδώ δίπλα μου και να μου τα πεις όλα. Να κεράσω μία μπύρα στα κρυφά; Μη φοβάσαι, τέτοια ώρα δεν μπαίνει κανείς. Εγώ πάντως θα κατεβάσω μία.»

«Ξέρετε Δρ. Χάρπερ, δεν ήρθα εδώ για να πιώ, με ανησυχεί πολύ η πορεία του Χόπες. Βλέπετε..»

«Τι σε ανησυχεί γλυκιά μου; Εδώ εγώ δεν πτοούμαι, που υποτίθεται πως είμαι και ο πατέρας του. Όσο βέβαια θα προτιμούσα να το ξεχάσω. Σε αυτό τον ζηλεύω λιγάκι. Που μπόρεσε να ξεχάσει δηλαδή, τα πάντα.. Ή τέλος πάντων να κάνει τις παραλλαγές που τον βολεύουν στον αξιολύπητο προσομοιωτή ζωής όπου κατοικεί».

«Γιατρέ αν μου επιτρέπετε, ο Χόπες δεν έχει ξεχάσει. Είναι απλά σε μία άρνηση. Είναι σκληρό αυτό που λέτε. Εσείς και ο αδελφός του είστε οι μοναδικοί συγγενείς που του έχουν απομείνει».

«Δεν κατάλαβες νοστιμούλα. Εξαιτίας του έχασα ότι πολυτιμότερο είχα ποτέ μου, τη γυναίκα μου, την Ντολόρες μου. Για να γεννηθεί αυτός ο καθυστερημένος, έπρεπε να πεθάνει ο θησαυρός μου. Από τότε είναι σα να μην υπάρχει για εμένα, από τη στιγμή της γέννησής του. Μία βάφτιση και μία κηδεία την ίδια μέρα. Από τότε αποδέχτηκα πως έχω μόνο ένα γιό. Έχει φύγει στη Νέα Υόρκη εκείνος. Το καμάρι μου! Ασχολείται με τη μουσική. Όμως ας τα αφήσουμε αυτά στην άκρη. Ας μιλήσουμε για εμάς καλύτερα»

«Τώρα καταλαβαίνω για τη σύγχυση που έχει σχετικά με τη μητέρα του. Τη λέγανε Ντολόρες κι εκείνη»

Εδώ και δέκα λεπτά έχω τεντώσει τα αυτιά μου, μήπως και καταλάβω τι λένε. Μισόλογα. Μόνο τους βλέπω. Αυτός αρχίζει και σηκώνει τα κουλά του. Τι; Τώρα πέρασε το χέρι του γύρω από την πλάτη της.

Ξεκίνησε να χαϊδεύει τον ώμο της. Πλησιάζει επικίνδυνα το πρόσωπό του στο δικό της.

Η μαμά μου δε δείχνει να το απολαμβάνει. Πρέπει να δράσω άμεσα!

«Δρ. Χάρπερ, δεν πιστεύω ότι είναι καλή ιδέα αυτό που πάτε να κάνετε. Νομίζω ότι οι σχέσεις μας είναι καλύτερο να μείνουν επαγγελματικές»

«Αν πραγματικά το πίστευες, δε θα μου το έλεγες τόσο αισθησιακά. Μ’ αρέσει να σε αγγίζω. Μου θυμίζεις τόσο εκείνη. Και τα πόδια σου, ω τα πόδια σου είναι τόσο…

«Αρκετά γιατρέ, σας είπα αυτά που ήθελα, νομίζω ότι τώρα είναι καλύτερα να πηγαίνω.

«Στάσου, έτσι κάνεις εσύ; Δεν έχεις να πας πουθενά τώρα. Έχω ανάψει. Λυπάμαι, δεν υπάρχει γυρισμός.

«Ω, μα τι μου λέτε; χα! Δεν μπορείτε να με κρατήσετε με το ζόρι, θα αντισταθώ, θα φωνάξω!»

«Το μόνο που έχεις να κάνεις μικρή μου, είναι να κάτσεις και να το απολαύσεις, γιατί θα σε κρατήσω εδώ ακόμα και χωρίς τη θέλησή σου»

Βιασμός! Βιάζει τη μητέρα μου!

Κλωτσάω την πόρτα, μπαίνω μέσα, προχωράω προς τον καναπέ όπου την έχει στριμώξει, τινάζει την τραγική του φιγούρα από έκπληξη. Αρπάζω ένα άδειο μπουκάλι μπύρας, που βρίσκεται στο τραπέζι, το σπάω και το κατευθύνω προς τη σάρκα του, που τόσο πολύ ζητάει την τιμωρία – σαν   ασθενικός που ψάχνει τη γιατρειά του-.

Η μητέρα φωνάζει να σταματήσω, δε δίνω καμία σημασία. Αυτός ο καργιόλης βγάζει ασυνάρτητες λέξεις και ανολοκλήρωτες φράσεις. Τα παραβλέπω όλα, το σπασμένο μπουκάλι επιτέλους βρίσκει στόχο στο λαιμό του. Το αίμα του δίνει μία υπέροχη απόχρωση, στη λευκή μου ρόμπα.

Από εκεί και πέρα δε θυμάμαι πολλά. Πως έληξε όλο αυτό δηλαδή.

Τώρα βρίσκομαι σ’ ένα άλλο δωμάτιο που σπιτιού μου.

Αλλά έχω μέρες να βγω από εδώ. Η μητέρα μου πρέπει να θύμωσε και με έχει κλειδωμένο.

Που θα πάει; Θα της περάσει. Τώρα επιτέλους, ησυχία και πάλι.

Τριγυρίζω στο λευκό μου δωμάτιο με τα ολόλευκα έπιπλα και τα ολόλευκα σεντόνια, να πετάξω τα αγαπημένα μου πολύχρωμα κομφετί! Η μητέρα μου πάντα χαίρεται τόσο με αυτά. Της μοιάζουν. Έχουν κάτι από εκείνη. Ζωηρόχρωμα και με γιορτινή διάθεση, πάντοτε σε ετοιμότητα να σου φτιάξουν το κέφι. Έτσι τη νιώθω κοντά μου.

Τα σκαλιά όμως.. πόσες μέρες έχω να τα μετρήσω.

Τώρα πια τι σημασία έχει;

 

Σοφία Μακροπούλου

 

ένθετη φωτογραφία: “Meni Seiridou photography