«…οχτώ, εννέα, δέκα φτου και βγαίνω». Κοιτάζω γύρω μου. Όλα σκεπασμένα στο γλυκό πέπλο της ακινησίας. Αύγουστος τεμπέλικος και ζεστός στην σοφίτα του πατρικού μου σπιτιού. Ίδιο παιχνίδι όπως τα παιδικά καλοκαίρια και ας πέρασαν τριάντα χρόνια. Με την μόνη διαφορά ότι τώρα εκείνος που με συντροφεύει στο παιχνίδι δεν ξέρει τις κρυψώνες.

Δε γνωρίζει τα κατατόπια. Το μυστικό πέρασμα από την βιβλιοθήκη στο δωμάτιο, τη κρυφή σκάλα για το υπόγειο. Ούτε το πατάρι που σκαρφαλώναμε παιδιά. Η σιωπή του, μου λέει ότι βρήκε την δική του κρυψώνα.

Μαζεύω τα μαλλιά μου και κατεβαίνω απ’ την σοφίτα με προσοχή στο κενό ανάμεσα στο τρίτο και τέταρτο σκαλοπάτι. Μόνο τα ξυπόλητα βήματά μου ακούγονται στα κούφια σανίδια. Φτάνω έξω από το μεγάλο υπνοδωμάτιο και αγγίζω το μπρούτζινο χερούλι. Ίσως είναι εκεί και με τρομάξει μόλις ανοίξω την πόρτα. Είναι ακαταμάχητος σ’ αυτό. Με ξαφνιάζει τις στιγμές που νιώθω ότι όλα έχουν χαθεί γύρω μου και μέσα μου.. ..

Υπάρχουν κάποιες στιγμές που είναι καθοριστικές για την ζωή σου. Εκείνη την στιγμή δεν καταλαβαίνεις το ενδιαφέρον του γεγονότος. Αντιδράς φυσιολογικά σαν να πρόκειται για κάτι εντελώς τυχαίο. Δεν είμαι λάτρης τέτοιων στιγμών ή ίσως πάλι εκείνες να μην με κυνηγούν. Με λίγα λόγια όλα στην ζωή μου ήταν προκαθορισμένα, γι’ αυτό και ποτέ δεν έγιναν καθοριστικά. Μέχρι που βρέθηκα ένα βροχερό απόγευμα του Δεκέμβρη στο πιο ακατάλληλο μέρος. Σε μια κηδεία.

Ήταν προπαραμονή Χριστουγέννων, η μέρα που η μοναδική παιδική μου φίλη επέλεξε να φύγει απ’ την ζωή. Είχα συμβιβαστεί με την ιδέα να αγαπώ και να χάνω, όπως ένας άνθρωπος που από την πάλη του με την ζωή δεν του μένει στο τέλος παρά η βαριεστιμάρα. Εκείνος; Εκείνος έπινε την πικρή οδύνη. Όταν τον αντίκρισα σε μια γωνιά στο κυλικείο να πίνει κονιάκ ολότελα μόνος, κατάλαβα ότι εκείνη που είχε φύγει εξακολουθούσε να είναι το τέλος του και η αρχή του.

«Πως μπορείς να πεις αντίο στον μόνο άνθρωπο που αγαπάς;» με ρωτούσε λίγες ώρες μετά καθισμένος στο πεζούλι της εκκλησίας.

Τράβηξε μια ρουφηξιά και κοίταξε στο κενό. Το χαμόγελό του ανάβλυζε ειρωνικό και δυστυχισμένο στα χείλη του. Τα χείλη του που μόνο το όνομά της ψέλλιζαν. Τον λυπόμουν και ήμουν εκεί από συμπόνια για εκείνον. Είμαι καλή σε αυτό. Συμπονώ οποιονδήποτε δείχνει ευάλωτος μόνο και μόνο γιατί αυτό μου δίνει την ψευδαίσθηση της δικής μου δύναμης. Τον έβλεπα λοιπόν να πίνει και να μιλά για εκείνη στον ενεστώτα, σαν να είχαν χωρίσει για λίγο και θα ξανασυναντιόταν μόλις περνούσε η τρικυμία του χωρισμού. Και μόνο τότε άφησα ένα δάκρυ. Όχι για τη φίλη. Για εκείνον. Και ήταν η πρώτη φορά που έκλαιγα για κάποιον ζωντανό. Για κάποιον που είχα μπροστά μου και όχι για κάποιον που έφευγε.

Οι επόμενοι μήνες σύρθηκαν πίσω από το αλέτρι της ζωής και του θανάτου. Εκείνος εμφανιζόταν αραιά και που για να κλάψει με ένα παγούρι γεμάτο ουίσκι στο χέρι. Μπροστά στο μνήμα της. Μιλούσε συνέχεια για εκείνη, σε μένα. Εγώ πιο νεκρή στα μάτια του. Υπάρχει αυτό; Πιο νεκρή; Ζάρωνα στην άκρη του λευκού μάρμαρου και απλά τον κοιτούσα. Λάτρευα τον τρόπο που την αγαπούσε. Ερωτευόμουν κάθε δάκρυ που άφηνε για εκείνη.

Κάποιες φορές επιχείρησα να τον αγκαλιάσω για παρηγοριά. Υποκρινόμουν την φίλη, την «καλή». Με παρατούσε και έφευγε χωρίς ούτε μια καληνύχτα. Από αμηχανία; Από θλίψη; Μετά από μέρες επέστρεφε και καθόταν στο ίδιο σημείο. Χωρίς λέξεις για μένα. Μα ποιον ερωτευόμουν επιτέλους; Έναν άνδρα που έκλαιγε για την μοναδική γυναίκα που αγάπησε και δεν ήταν πια στην ζωή;

Ένα απόγευμα τόλμησα να του μιλήσω. Ξεκίνησα με δισταγμό

«Κοίτα εγώ…»

Έριξε το βλέμμα του πάνω μου, σαν να με έβλεπε για πρώτη φορά. Πήρα φόρα. Σχεδόν άγρια, σχεδόν ψυχρά του μίλησα. Δεν άντεχα να είμαι η ψυχαναλύτριά του. Δεν άντεχα να είμαι απλά ένα αυτί που ακούει, ένα μάτι που βλέπει την κατάντια του και δεν μπορεί να αιχμαλωτίσει το βλέμμα του. Του μίλησα έξω από τα δόντια. Σηκώθηκα και βημάτισα νευρικά.

Όλα τα είπα. Πόσο τον ήθελα και πόσο δεν μπορούσα την κατάσταση. Δεν σταμάτησα πουθενά.

« Θέλω να ζήσω μαζί σου» του είπα.

«Είμαστε δύο διαφορετικοί κόσμοι»

«Δώσε μια ευκαιρία».

«Για να δώσω ευκαιρία σε σένα, θα πρέπει να πάψω να αγαπώ εκείνη».

«Εκείνη δεν είναι εδώ. Εγώ είμαι. Τι δεν καταλαβαίνεις επιτέλους;»

Εκείνος αμίλητος και απορημένος με κοιτούσε και ποιος ξέρει που ταξίδευε η σκέψη του. Γύρισα την πλάτη μου και χάθηκα ανάμεσα στα μνήματα. Μετά τα έβαλα με τον εαυτό μου. Πόσο μίζερη έγινα. Εγώ του άνοιξα την πόρτα. Και τώρα του την έκλεινα στα μούτρα. Τέλος σε όλα. Στις χαρές και στις ισχυρές λύπες. Όμως μου έλειπε. Μου έλειπε πολύ.

Στις δύο μέρες περίμενα να τον δω. Στις πέντε μέρες πέρασα «τυχαία» απ’ το μαγαζί που δούλευε. Δεν τον είδα πουθενά. Στην βδομάδα έχασα τον ύπνο μου. Ξυπνούσα μέσα στην νύχτα και ξαναζούσα κάθε στιγμή της τελευταίας μας συνάντησης. Σαν να προσπαθούσα να γυρίσω τον χρόνο και να πάρω πίσω όλα όσα είχα πει. Απόφαση να ξεχάσω; Αυτό που ζητούσα από εκείνον να κάνει, τώρα έπρεπε να το ζητήσω απ’ τον εαυτό μου. Όμως η λήθη ήταν πάντα το ανίσχυρο σημείο μου. Μπορεί κάποιος να ξεχάσει; Να μάθει να ζει όταν ξέρει ότι ο άλλος είναι εκεί έξω; Άστο πια, μου έλεγα. Χαρά στον έρωτα. Στο νεκροταφείο γνωριστήκαμε. Μαύρο απ’ την αρχή. Μαύρο παντού. Κι ας καλοκαίριαζε.

Σάββατο Αυγούστου. Βαθμοί σαράντα. Γύρω μου κάψα και ξεραμένα άνθη. Νέκρα. Τον σκέφτομαι αλλά μόνο για μια στιγμή. Έχει φύγει πια. Είναι παρελθόν και πρέπει να διώξω τις σκιές του παρελθόντος. Θέλω να κοιμηθώ μέχρι να νυχτώσει ξανά.

.Άλλωστε το φως της μέρας έπαψε να υπάρχει για μένα. Λίγο μετά τις δέκα τον βλέπω. Με πλησιάζει. Τόση χαρά στο πρόσωπό του δεν ξανάδα! Τόση ελπίδα! Κάθεται προσοχή και με κοιτά. Τα μάτια του γεμάτα μαύρους κύκλους. Το πρόσωπό του ωχρό. Φοράει ένα φθαρμένο τζιν και μυρίζει αλκοόλ.

«Δεν μπορώ να συνεχίσω χωρίς εσένα». Τα λόγια του είναι ήρεμα. Έτσι μιλούσε και για εκείνη. Τώρα για μένα. Θέλω να τον αγγίξω. Πλησιάζω. Εκείνος δεν κάνει καμία κίνηση.

«Κι εγώ σε θέλω». Σηκώνω το χέρι μου και αγγίζω το μάγουλό του. Είναι λείο και δροσερό. Εξακολουθεί να χαμογελά, αλλά δεν μ’ αγγίζει. Όχι δεν θα αρχίσω τις υστερίες. Μου φτάνει που γύρισε.

«Πάμε να φύγουμε σε παρακαλώ». Τα λόγια του είναι ήρεμα με μια μικρή υποψία διαταγής. Το κόκκινο φιατάκι του είναι παρκαρισμένο ακριβώς μπροστά από την πύλη. Λίγο πιο σαράβαλο από ότι το θυμάμαι.

Ακολουθούμε το ρεύμα από αυτοκίνητα που φεύγουν από την πόλη. Έχει κίνηση αλλά η ζέστη έχει μειωθεί. Ένα δροσερό αεράκι μου γαργαλά το πρόσωπο. Αγγίζω το μέτωπό μου. Είναι κρύο. Ηρεμώ. Ίσως αυτό συμβαίνει όταν όλα πάνε καλά. Νιώθεις την θερμοκρασία που θέλεις.

Κάθε λίγο γυρνάω και τον κοιτώ. Εκείνος μου χαμογελά. Επιτέλους είμαι μαζί του. Θα είμαι μαζί του. Αριστερά ένα τροχαίο μας κόβει την ταχύτητα. Περιπολικά κι ασθενοφόρα κλείνουν το δρόμο. Φαίνεται τόσο ήρεμος. Χαίρομαι που επιτέλους δεν τον απασχολεί ο θάνατος. Ούτε εμένα.

Τα πράγματα ξαφνικά γίνονται πιο απλά.

Λίγο μετά τις εννιά φτάνουμε στο πατρικό μου. Θυμάμαι ότι κάποτε του είχα μιλήσει γι αυτό το σπίτι. Λίγο έξω από το χωριό, μακριά από τα βλέμματα των ανθρώπων. Του είπα ότι εκεί θα ήθελα να ζήσω. Και να πεθάνω. Με την μεγάλη αυλή. Τα ξύλινα πατώματα και τα παράθυρα που βλέπουν σαν μεγάλα μάτια τον έξω κόσμο. Ξεκλειδώνω. Περνάει πρώτος.

Τον αγκαλιάζω σφιχτά. Μου ανταποδίδει το αγκάλιασμα. Με φιλάει στο μέτωπο. Λίγες στιγμές που θέλω να χαρώ μαζί του. Το χαμόγελο μόνιμο στο πρόσωπό του. Ανάβει τσιγάρο. Κι εγώ το ραδιόφωνο. Θέλω να τραγουδήσω. Να τραγουδήσω για την καινούργια ζωή. Η φωνή του εκφωνητή πλημμυρίζει το δωμάτιο.

«Σας ενημερώνουμε ότι στο δυστύχημα που σημειώθηκε σήμερα τα ξημερώματα στην πρώτη έξοδο της πόλης νεκρός είναι ο Αναστάσιος Μακρής ετών 40».

Γυρίζω και τον κοιτώ. Μου χαμογελά. Δεν ξέρω τι να του πω. Θέλω μόνο να τον ρωτήσω πως έγινε.

«Γιατί δεν μου το είπες Αναστάση; Πως έγινε;»

«Πως αλλιώς θα ήμασταν μαζί; Δεν πόνεσα. Έγινε γρήγορα».

«Είμαστε μαζί;»

«Θα είμαστε μαζί από δω και μπρος. Δεν θα χωρίσουμε ποτέ. Εδώ θα συνεχίσουμε».

«Πως έφυγες;»

«Κουρασμένος και ευτυχισμένος. Και λίγο πιωμένος. Εσύ; »

«Ένα σκαλοπάτι που δεν υπήρχε. Κενό και μετά τίποτα. Μετά μόνο εσύ».

Ένας δυνατός κρότος με ξυπνάει. Δεν μπορώ να ανοίξω τα μάτια. Φτου και βγαίνω….. Πασχίζω. Τα χέρια μου τα νιώθω. Τώρα τα πόδια. Και τέλος τα μάτια. Σπρώχνω τον εαυτό μου. Σηκώνομαι. Το όνειρο ήταν τόσο δυνατό που νομίζω πως ακόμα είμαι εκεί. Στο πατρικό μου. Μαζί του. Όμως όχι. Χιλιάδες μικρά φωτάκια γύρω μου. Φλογίτσες συντροφιάς. Εκείνος στέκεται δίπλα μου. Γλυκός και τρυφερός όπως στο αυτοκίνητο. Το άσπρο πουκάμισο του ανεμίζει στο γλυκό καλοκαιριάτικο αεράκι. Μου πιάνει το χέρι.

«Γιατί έφυγες αγάπη μου.Έλα να γυρίσουμε σπίτι μας….»

Μ’ αγκαλιάζει από την μέση.

Απέναντι μια γριά κουνάει με χαρά το κεφάλι. Φτάνουμε στην πύλη. Ο φύλακας κοιμάται. Μπαίνουμε στο μικρό κόκκινο φιατάκι του. Λίγο πιο σαράβαλο από ότι το θυμάμαι…..

Δήμητρα Β. Ζιώγα

ένθετη φωτογραφία: “Meni Seiridou photography