Αγαπητέ επισκέπτη του μωβ δωματίου, μένω στη σκιά της Ακρόπολης, σε ένα παλιό νεοκλασικό κτίριο με ξύλινα πράσινα παντζούρια, ακριβώς στο τέλος του αδιέξοδου δρόμου. Παλιό πλακόστρωτο, δύο φαναράκια στην είσοδο και μια μεγάλη γλάστρα με περιποιημένη φυλλωσιά δίπλα στη βαριά παλιά πόρτα με τα πλεχτά κάγκελα και το ημιδιάφανο τζάμι.

«Ξενοδοχείο η Αίγλη»

Χρόνια με το ίδιο όνομα σε αυτήν την απόμερη γωνιά του δρόμου που δεν έχει πια περαστικούς -σαν από μια μυστική συνωμοσία- μόνο επισκέπτες άλλοι τακτικοί για χρόνια, άλλοι της μίας φοράς. Τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους και συνάμα τόσο ίδιοι. Ζευγάρια παράνομα, όπως έμαθε η κοινωνία να λέει για να βαφτίσει τους παράλογους κανόνες της. Εδώ, σε αυτό το παλιό νεοκλασικό κτίριο ζω κι εγώ, ένας βαρύς καθρέφτης με περίτεχνα μπρούτζινα στολίσματα. Τις ημέρες σκεπάζω τον τοίχο του μωβ δωματίου και τα βράδια γίνομαι ο σιωπηλός θεατής του έρωτα των πελατών μου. Πάνω μου έχω χαραγμένες τις ιστορίες τους, ζω και εγώ μέσα από τα συναισθήματα και τα πάθη τους.

Δε συνηθίζω να μιλάω για τους επισκέπτες του μωβ δωματίου. Κρατάω καλά τα μυστικά τους κρύβω στο θολωμένο μου τζάμι τις ανάσες τους. Όμως αν σήμερα θέλω να εκμυστηρευτώ την ιστορία της Βέρας, είναι γιατί το θέλησε η ίδια η Βέρα να είμαι εγώ ο αφηγητής του έρωτα της με τον Αντρέα. Ίσως γιατί μοιράστηκα μαζί της κάθε στιγμή, γιατί μου έδωσε ζωή η ίδια άθελα της. Κάθε τι που μοιράζεται την αγάπη αποκτά ψυχή αγαπητέ επισκέπτη έτσι κι εγώ απαρνήθηκα την υλική υπόσταση μου και για κάποιες στιγμές έγινα θεατής και κομμάτι της ιστορίας τους.

Πέρασαν σχεδόν τρία χρόνια από την πρώτη φορά που είδα τη Βέρα και τον Αντρέα. Εκείνη μου έριχνε ακατάπαυστα κλεφτές ματιές προβάροντας το πιο γλυκό της χαμόγελο -αν και κάποιες φορές συνοδεύονταν από τη μελαγχολία στα μάτια της. Άλλοτε για να φτιάξει τα υπέροχα καστανά μαλλιά της, άλλοτε για να θαυμάσει αυτάρεσκα το είδωλο της κι άλλοτε πάλι για να διορθώσει όλα εκείνα τα ψεγάδια που η αγχωμένη της ψυχή ζωγράφιζε σε αυτό που έβλεπε.

Σα να ήταν χθες που τους άκουγα να ανεβαίνουν βιαστικά τα σκαλιά της Αίγλης. Μπήκαν στο δωμάτιο και την είδα να κρατά το χέρι του με εκείνο το «κάτι» που δείχνε πως έχει μικρύνει ο κόσμος γύρω της ,χωρούσε η ύπαρξη της σε μια αγκαλιά και δυο γρήγορες ανάσες.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα κάποιο ζευγάρι να διαβαίνει ανυπόμονο το κατώφλι του μωβ δωματίου. Για κάποιο ανεξήγητο λόγο όμως ήταν η πρώτη φορά που ήθελα να μάθω την ιστορία τους. Άκουσα την συζήτηση τους, έγινα ο κρυφός θεατής και σιγά σιγά ένωνα τα κομμάτια του πάζλ του έρωτα τους.

Γνωρίστηκαν σε ένα μικρό υπόγειο βιβλιοπωλείο, ένα ανοιξιάτικο απόγευμα. Χαμένοι κι οι δύο ανάμεσα σε στοίβες βιβλίων αρκέστηκαν σε δύο τυπικές κουβέντες και αυτήν την πρώτη επίμονη ματιά -αρκετή για να ερωτευθεί κανείς-.

Έτσι ξεκίνησε η ιστορία τους που σου διηγούμαι σήμερα γιατί βλέπω και στο δικό σου βλέμμα αυτήν την λαχτάρα για τον έρωτα. Μη νομίζεις παραμένω κι εγώ, ο άψυχος για τους άλλους καθρέφτης, εραστής των στιγμών του. Τόσα χρόνια εξάλλου στην φωλιά του έρωτα, έμαθα καλά τα παιχνίδια του. Άλλες φορές απάνεμο λιμάνι, δροσερό αεράκι της ψυχής, και άλλες ξαφνική καταιγίδα, δυνατός αέρας που γκρεμίζει ζωές σαν χωμάτινα κάστρα στο κύμα της θάλασσας.

Μόνη από καιρό η Βέρα, φοβόταν το πολύ και έτρεχε να κρυφτεί από το λίγο. Παντρεμένος σε έναν γάμο σαν όλους ο Ανδρέας. Της το είπε από την πρώτη συνάντηση τους στο καφέ απέναντι από το βιβλιοπωλείο με βραχνή φωνή και   ματιά αμήχανα καρφωμένη στο εξώφυλλο του βιβλίου που μόλις είχε αγοράσει.

Στις συζητήσεις τους, τα βραδάκια στο μωβ δωμάτιο ,δεν άκουσα ποτέ την Βέρα να παραπονεθεί, να προσπαθήσει να βρει δικαιολογίες για τη σχέση τους.

Την έβλεπα να τον αγκαλιάζει άλλοτε τρυφερά και άλλοτε με τόσο πάθος που εγώ ο βαρύς καθρέφτης, ένιωθα να κοκκινίζω λες από ντροπή που άθελα μου έκλεβα λίγο από τη στιγμή τους. Την καταλάβαινα. Ήθελε απλά να είναι μαζί του, χωρίς ερωτήσεις, χωρίς εξηγήσεις.

Έτσι έμαθα κι εγώ να θαυμάζω τον έρωτα για τον τρόπο που απαιτεί και δεν χωρά σε άλλη απάντηση, παρά μοναχά στην ίδια την ύπαρξη του.

O καιρός περνούσε με την Βέρα να μοιράζει την ζωή της στην μοναχική της πραγματικότητα και τις λίγες στιγμές του έρωτα τους εδώ, στο μωβ δωμάτιο της Αίγλης. Στιγμές που ο χρόνος σταματούσε, που η υπόλοιπη ζωή τους χανόταν στο ημίφως. Τους παρατηρούσα, άλλοτε παραδομένοι στο πάθος της έλξης και άλλοτε χαμένοι κάτω από το πάπλωμα του έρωτα σιωπηλός θεατής, να ζούνε μια ιστορία που άλλοτε τους πλημύριζε χαρά και άλλοτε τους βύθιζε στο αδιέξοδο.

Ο Αντρέας ήταν από την αρχή ένας γρίφος για μένα. Μάταια περίμενα να μου ρίξει μια ματιά, να καταλάβω και εγώ τι έκρυβε στο βάθος της ψυχής του. Έδειχνε πάντα να βιάζεται. Κοιτούσε αγχωμένος το ρολόι του, το κινητό του, το οποίο πάντα χαμήλωνε μόλις έμπαινε στο δωμάτιο, λες και αποζητούσε μια αίσθηση φυγής από την υπόλοιπη ζωή του.

Η Βέρα ερχόταν πάντα χαρούμενη με την αγωνία να τον δει, να ξεγελάσει έστω για λίγες ώρες την μοναξιά της ψυχής της που έβλεπα να καθρεφτίζεται βαθειά στα μάτια της.

Κόσμος έμπαινε και έβγαινε στο μωβ δωμάτιο αλλά για τους άλλους επισκέπτες γινόμουν πάλι ο καθρέφτης για να στολίσω το χώρο και να εξιτάρω την ερωτική τους ζωή.

Περίμενα με αγωνία τις Παρασκευές να ακούσω το αυτοκίνητο του Ανδρέα, είχα μάθει να το ξεχωρίζω και να πάρω ξανά ζωή από την ματιά και το γνώριμο είδωλο της Βέρας που είχε πλέον χαραχτεί στην γυάλινη ψυχή μου.

Την τελευταία Παρασκευή του Μαΐου ήταν τα γενέθλια του Ανδρέα. Εκείνη ήρθε αρκετά πιο νωρίς από την συνηθισμένη της ώρα. Από τον ενθουσιασμό της κατάλαβα ότι το σχεδίαζε από καιρό αυτό το πάρτυ έκπληξη για δύο.

Μπήκε στο δωμάτιο κρατώντας μια υπέροχη τούρτα καρδιά, ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα στο κατακόκκινο χρώμα του έρωτα και ένα φάκελο.Ένα ταξίδι για δύο, μια απόδραση στο γαλάζιο της θάλασσας και στην πυρωμένη πέτρα των Κυκλάδων. Δεν περίμενα κάτι λιγότερο.

Τόσα χρόνια στα δωμάτια του έρωτα έμαθα να ξεχωρίζω τους ανθρώπους που μαζί με το σώμα τους δίνουν και ένα κομμάτι από την ψυχή τους, ίσως και ολόκληρη κάποιες φορές. Η Βέρα κάθε φορά που βρισκόταν με τον Ανδρέα, δινόταν ολόκληρη, χωρίς να κρατάει και ένα κομμάτι για τον εαυτό της χωρίς να αφήνει μια έξοδο κινδύνου σε ένα παιχνίδι που η φωτιά του μπορούσε να την κάψει. Πάντα με το ίδιο πάθος, με άσβεστη τη φλόγα της πρώτης φοράς ζούσε μαζί του κάθε στιγμή, ρουφώντας λαίμαργα τον έρωτα μέχρι το μεδούλι του, χωρίς σκέψη για το αύριο λες κι η πραγματικότητα με τον Ανδρέα ήταν φωτογραφία τραβηγμένη με φίλτρο, μια ομίχλη που κρύβει επιμελώς το παρελθόν του, την οικογένεια του.

Πολλές φορές ήθελα να της ψιθυρίσω να προσέχει αυτήν την παραίσθηση που έδειχνε να κυριεύει το μυαλό της και την καρδιά της.

Ένας σκαλιστός καθρέφτης είμαι όμως μόνο, δεν θα μπορούσα να την πείσω ότι η παρουσία μου σε αυτό το δωμάτιο με είχε κάνει πιστό φίλο και ταυτόχρονα εχθρό του έρωτα. Η Μαρία, η κοπέλα μας που εργάζεται στη ρεσεψιόν τη βοήθησε με τα πράγματα μέχρι το δωμάτιο.

«Υπέροχα λουλούδια Βέρα! Είναι πολύ τυχερός» είπε καθώς άφηνε το κατακόκκινο μπουκέτο.

«Το αξίζει! Είναι ξεχωριστή μέρα η σημερινή, τα γενέθλια του.-εύχομαι να πάρεις και εσύ ότι σου αξίζει, η αγάπη που μοιράζεται απλόχερα γυρίζει πίσω, της είπε και έφυγε κλείνοντας την πόρτα του δωματίου».

Κοίταξε προς στιγμήν και στο μέρος μου η Μαρία και φοβήθηκα πως διαισθάνθηκε τον περίεργο ρόλο μου. Ευτυχώς ήθελε απλά να φτιάξει τα μαλλιά της και να επανέλθει στο ξύλινο τραπεζάκι της εισόδου της Αίγλης. Είδε πολλά η Μαρία όλα τα χρόνια μαζί μου στην Αίγλη. Ιστορίες που την έκαναν επιφυλακτική και της δίδαξαν   να μη θαμπώνεται από τα φωτεινά λαμπάκια του έρωτα.

Έβλεπα τη Βέρα να ετοιμάζει το εορταστικό σκηνικό, με την ανυπομονησία ενός παιδιού που σχεδιάζει μια έκπληξη και από την άλλη δεν μπορεί να περιμένει, θέλει να φανερώσει το μυστικό του.

Άνοιξε το κουτί με την τούρτα, έβαλε τα λουλούδια στο βάζο άφησε τον φάκελο με την κόκκινη κορδέλα στο τραπεζάκι.

Κάθισε στην πολυθρόνα απέναντι μου, έβαλε ένα ποτήρι κρασί, άφησε τη ματιά της να περιπλανηθεί στο μωβ δωμάτιο επιθεωρώντας το μεγάλο κρεβάτι, τις βελούδινες πολυθρόνες, τις κουρτίνες που εμπόδιζαν το φως της μέρας να περνά.

Όταν η ματιά της σταμάτησε πάνω μου, τότε για πρώτη φορά με κοίταξε με έναν περίεργο έντονο τρόπο λες και διαισθάνθηκε το ρόλο μου. Λες και για πρώτη φορά δεν ήμουν πια ο άψυχος καθρέφτης αλλά ο θεατής της παράστασης του μωβ δωματίου και τότε, σε ένα περίεργο παιχνίδι φαντασίας και πραγματικότητας μου μίλησε σαν κάποιο φίλο, σα να ήμουν εγώ η συντροφιά που θα της έκανε παρέα μέχρι να έρθει ο Ανδρέας.

«Άργησε σήμερα, περίεργο συνήθως είναι στην ώρα του. Αλλά ξέρω γιατί» είπε και ένα πονηρό χαμόγελο φώτισε το προσεκτικά μακιγιαρισμένο πρόσωπο της, κάνοντας και εμένα να περιμένω να ακούσω την απάντηση. Παρότι ήθελα να είμαι διακριτικός ένιωθα ήδη καλεσμένος αυτής της γιορτής.

«Είναι τα γενέθλια του, θέλει ώρα να ετοιμαστεί, να βάλει το υπέροχο μπλε κουστούμι του και να γίνει ο πιο γοητευτικός άντρας που έχω δει»

Σκέφτηκα πόσο ωραίο είναι να ετοιμάζεται κάποιος για να σου αρέσει, ένιωσα ένα μικρό τσίμπημα ζήλιας που κάθε φορά με κοιτούσαν για να αρέσουν σε κάποιον άλλον.

Η ώρα περνούσε και ο Ανδρέας δεν φαινόταν. Η Βέρα έδειχνε ανήσυχη, σηκώθηκε πήγε μέχρι την πόρτα, ησυχία στον όροφο της Αίγλης. Έβαλε ένα ακόμη ποτήρι κρασί, εξάλλου θα έφερνε σίγουρα και ο Ανδρέας το αγαπημένο τους κόκκινο όπως πάντα.

Είναι τελικά αυτές οι μικρές τελετουργίες του έρωτα που κάθε ζευγάρι μοιράζεται, που κάνουν κάθε σχέση μια ξεχωριστή ιστορία για δύο.

Με πλησίασε, έφτιαξε αγχωμένα τα μαλλιά της, έδειχνε να προσπαθεί να αγνοήσει τις άσχημες σκέψεις που ερχόταν στο μυαλό της.

«Του αρέσει πάντα να φουντώνει το πάθος μου για αυτόν. Άργησε για να μου λείψει, για να τον θέλω πιο πολύ».

Δεν με έπεισε αυτή η εκδοχή, είχα αρχίσει να θυμώνω με τον Ανδρέα που έμοιαζε με οικοδεσπότη που είχε αφήσει ξεχασμένους τους καλεσμένους του στο σαλόνι να περιμένουν τα κεράσματα τους.

Κοίταξα τη Βέρα, ήταν πιο ήρεμη τώρα, το κρασί είχε αρχίσει να χαλαρώνει το σώμα της και να την ζαλίζει ευχάριστα.

Συνέχισε να πίνει έδειχνε όμως σιγά σιγά να σκοτεινιάζει. Ο αέρας ήταν πλέον λίγος στο δωμάτιο, έπαιρνε βαθιές ανάσες σαν κάτι να την εμπόδιζε να αναπνεύσει.

Έριξε μια βιαστική ματιά στο κινητό της. Ξαφνικά άρχισε να κοιτάζει γύρω, να προσπαθεί να ακολουθήσει τις σκιές που χόρευαν στα μάτια της. Την ένιωθα να χάνεται στις εικόνες του μυαλού της.

Σε αυτό το παιχνίδι των παραισθήσεων ,δεν ήμουν πια ο καθρέφτης αλλά το σκηνικό και ο θεατής μαζί.

Ήταν αυτή και ο Ανδρέας σε μια αλλόκοτη παράσταση, έπαιζαν τον ρόλο τους με πάθος και αγωνία σαν να επρόκειτο να χαθούνε μόλις θα έσβηναν τα φώτα της σκηνής. Έγιναν είδωλα στον γυάλινο κόσμο μου, χορευτές χωρίς παρελθόν, χωρίς μέλλον. Στροβιλίζονταν όλο και πιο γρήγορα σαν να πάλευαν με το χρόνο, με τον τόπο, με τον ίδιο τους τον εαυτό.

Είχε καθίσει πια στην πολυθρόνα, παραδομένη στη γλυκιά ζάλη του κρασιού.

Θα βρήκε κίνηση τις Παρασκευές έχει πολύ κόσμο – έχει φτιάξει και ο καιρός, κανένας δεν κάθεται μέσα πια τα απογεύματα-. Θα του πω να πάμε μια βόλτα στη θάλασσα κάποιο βράδυ..

Σε λίγο είδα το κινητό της να ανάβει. Ήθελα να της πω να κοιτάξει στο τραπεζάκι αλλά δείλιασα. Δεν θέλησα να μπλέξω ακόμη περισσότερο την σκέψη της, να νιώσει τον κόσμο της να απειλείται από έναν καθρέφτη που μιλάει. Την ένιωθα κοντά μου, ήμουν τώρα πια ο μοναδικός μάρτυρας του έρωτα της για τον Αντρέα.

Θα μπορούσα να ήμουν και κριτής αλλά τόσα χρόνια στον τοίχο της Αίγλης έμαθα ότι ο έρωτας στερείται των στοιχείων εκείνων που θα έκαναν δυνατή μια λογική σκέψη, που θα επέτρεπαν την κριτική ματιά ακόμη και σε έναν καθρέφτη σοφό.

Αγαπητέ επισκέπτη του μωβ δωματίου δε ξέρω τις διαδρομές σου στα σοκάκια του έρωτα. Θα έμαθες ίσως και εσύ ότι ο έρωτας είναι ένα παιχνίδι, ένα ταξίδι στις σκοτεινές γωνιές του μυαλού των ανθρώπων, εκεί που κρύβονται τα πάθη της ψυχής τους. Φως και απόλυτο σκοτάδι μαζί, η μεγαλύτερη δύναμη και η πιο κρυφή επιθυμία τους. Η ώρα περνούσε. Το φωτάκι του κινητού είχε σβήσει.

Το μπουκάλι με το κρασί είχε αδειάσει.

Η αμφιβολία απρόσκλητη παρέα στο μυαλό της Βέρας. Την έβλεπα σαν χαμένη, να μεταμορφώνεται σε μια άγνωστη παλεύοντας να κρατηθεί στην ξαφνική πλημμύρα των αναπάντητων ερωτημάτων. Την έπιασε το παράπονο. Δεν ήξερε τι ένιωθε για αυτήν ο Ανδρέας. Αναρωτιόταν αν θα ερχόταν ποτέ η στιγμή που θα γινόταν ολοκληρωτικά δικός της. Ποτέ δεν κατάλαβα αυτήν την ανάγκη της κατοχής που έδειχναν να έχουν οι γυναίκες της Αίγλης. Θα φταίει μάλλον η αρσενική φύση μου που σκέφτεται τον έρωτα ελεύθερο, πέρα από δεσμεύσεις και κανόνες.

Την έβλεπα να υποφέρει όσο περνούσε η ώρα και ήθελα να της βάλω τις φωνές, να την φέρω πίσω στην πραγματικότητα. Να ξεχάσω πως υποσχέθηκα να είμαι εχέμυθος και να της διηγηθώ κάθε μια ιστορία. Να της αποκαλύψω πως είδα πολλές φορές τον έρωτα να δειλιάζει, να συμβιβάζεται να αντέχει την μοιρασιά. Η ώρα είχε περάσει πια πολύ.

Η σοκολατένια τούρτα είχε λιώσει, το τοπίο είχε γίνει θολό, τα είδωλα είχαν κρυφτεί πίσω από τις κουρτίνες. Είχε δακρύσει και το όμορφο πρόσωπο της είχε γεμίσει με χρώμα από το μακιγιάζ. Μου θύμισε λυπημένο κλόουν. Μου ήρθε στο μυαλό η εικόνα της εκείνο το απόγευμα που πόζαρε για ώρες στον Ανδρέα τυλιγμένη στο μωβ σεντόνι «Μην κουνιέσαι της είχε πει το μωβ δωμάτιο πρέπει να έχει μια μωβ βασίλισσα».

Τον θυμάμαι τον Ανδρέα κάποιες στιγμές να αφήνεται και αυτός. Πίστευα τότε πως θα τους βλέπω για πάντα μαζί. Μεγάλη κουβέντα όμως το για πάντα, εύθραυστη σαν τα γυάλινα κομμάτια μου. Λόγια και στιγμές που ο χρόνος είχε πάρει μαζί του. Ένα δωμάτιο όλο και όλο για να σβήσει την δίψα τους, λίγες ώρες μόνο για να γίνει ο έρωτας ζωή και θάνατος.

Δεν τον άκουσα ποτέ να της λέει πως την αγαπάει. Διαισθανόταν όσο και αν τον πλήγωνε πως θα ερχόταν αυτή η ώρα που τα λόγια θα καιγόταν σαν χάρτινες γιρλάντες στην φωτιά. Το πάρτυ γενεθλίων είχε τελειώσει. Είχαμε μείνει τελικά μόνοι η Βέρα και εγώ να μετράμε ο καθένας με τον τρόπο του, την απουσία του Ανδρέα. Άνοιξε το παράθυρο να μπει καθαρός αέρας, το φως από την λάμπα του δρόμου είχε μπει στο δωμάτιο ,αντανακλούσε πάνω μου ,εύχομαι να κάλυψε το δάκρυ που κύλισε στο γυάλινο πρόσωπο μου. Δύο σκιές εραστών να σβήνουν στο ημίφως και ένας μοναχικός καθρέφτης. Κοίταξε τότε το κινητό της, είδε το μήνυμα που από ώρα περίμενε εκεί.

«Βέρα δεν μπόρεσα να έρθω λόγω της ημέρας, έχω γενέθλια σήμερα -συγνώμη θα σε περιμένω την άλλη Παρασκευή – φιλιά».

Προχώρησε φαινόταν ήρεμη. Πέταξε απλά τα λουλούδια, τη λιωμένη τούρτα.

Πήρε στα χέρια της τον φάκελο και τον έσκισε αφήνοντας τα κομμάτια χαρτιού να σκορπίσουν στο κρεβάτι. Έκλεισε βιαστικά την πόρτα πίσω της. Δεν μπόρεσα να της θυμώσω που ούτε καν με χαιρέτησε.

Όλα αυτά τα χρόνια είδα πολλές πόρτες να κλείνουν κι ανθρώπους να φεύγουν με μοναδικές αποσκευές τις αναμνήσεις κι όσα ένιωσαν για λίγο ή για πιο πολύ, ανάλογα με ότι η μοίρα χρωστούσε στον καθένα. Είδα τον έρωτα να αποχωρεί όταν χαθεί η μάχη για να μην αφήσει τις πληγές του να φάνουν.

Έτσι περήφανα θέλησα και εγώ να την αποχαιρετήσω, και μαζί της τις στιγμές που απαρνήθηκα τον τοίχο του μωβ δωματίου και περιπλανήθηκα σε κάθε γωνιά του, μύρισα το μεθυστικό άρωμα του έρωτα και γεύτηκα ένα κομμάτι από την τούρτα γενεθλίων του Ανδρέα.

Η ζωή όμως προχωρά αγαπητέ επισκέπτη, αφήνει πίσω τις στιγμές και πάντα θα λαχταρά τον έρωτα να έρθει σαν σειρήνα να πλανέψει τους ανθρώπους.

Κάπως έτσι βρέθηκες και εσύ εδώ να ακούς την ιστορία της Βέρας. Σίγουρα θα περιμένεις να μάθεις τη συνέχεια, πάντα ο έρωτας δημιουργεί την ψευδαίσθηση της συνέχειας. Λυπάμαι αλλά θα σου πω ότι δεν ξαναείδα την Βέρα και τον Ανδρέα στο μωβ δωμάτιο. Το βλέμμα της φεύγοντας ήταν ένα λυπημένο αντίο, τον αποχαιρέτησε τον Ανδρέα σε εκείνο το πάρτυ γενεθλίων.

Δεν θα ήξερα ούτε και εγώ τι απέγινε. Αλλά βλέπεις έλειπαν τα τελευταία κομμάτια του πάζλ και η μυστηριώδης συγγραφέας που θέλησε να γράψει την ιστορία της Αίγλης, επέλεξε το μωβ δωμάτιο για να μάθει από την Μαρία τις ιστορίες του έρωτα.

Εκείνη της διηγήθηκε την ιστορία της Βέρας. Έτσι,έμαθα πως διάλεξε να προχωρήσει μόνη της, χωρίς προσδοκίες και ψευδαισθήσεις.

«Δε θέλησε να τον ξαναδεί;» Περίμενα με αγωνία την απάντηση της Μαρίας όσο η συγγραφέας κάτι σημείωνε στο μικρό μπλοκάκι της.

«Της το ρώτησα κι εγώ απάντησε η Μαρία ρίχνοντας μου ένα συνωμοτικό βλέμμα λες κι ήξερε ότι περίμενα την απάντηση της. Δεν θέλησε να τον ξαναδεί. Δε θα άντεχε να τον αποχαιρετήσει ξανά»

Της είπε πως η Βέρα υιοθέτησε τον Αμήρ, ένα ορφανό προσφυγόπουλο και έδωσε σε αυτόν όλη την αξόδευτη αγάπη της και πως τους βλέπει συχνά να κάνουμε μαζί βόλτα στα δρομάκια κάτω από την Ακρόπολη.

Είδε και τον Ανδρέα μια φορά να κοντοστέκεται στην είσοδο, τον κέρασε καφέ και της είπε πως γύρισε στην ζωή του, η οποία όμως είχε ανεξίτηλα χρωματιστεί από την παρουσία της Βέρας.

Κάπως έτσι τελείωσε η ιστορία της Βέρας και του Ανδρέα αν και ο έρωτας είναι ένα βιβλίο με ανοιχτό επίλογο.

Η «Αίγλη» συνεχίζει να περιμένει τους μυστικούς επισκέπτες της.

Κι εγώ, ένας βαρύς καθρέφτης με περίτεχνα μπρούτζινα στολίσματα μένω να βλέπω τις σκιές στο μωβ δωμάτιο να χορεύουν κάθε βράδυ στο φως του φεγγαριού και κάθε χάραμα να γίνονται είδωλα που ανάβουν και σβήνουν μέσα μου…

 

Έφη Νικολάου

 

ένθετη φωτογραφία: “Meni Seiridou photography