Το τσιμέντο έκαιγε εκείνο το μεσημέρι. Το καλοκαίρι είχε έρθει βίαιο για να εξαφανίσει τους ανθρώπους από τα πεζοδρόμια. Δεν ήταν κάτι καινούριο. Τόση ζεστή έκανε και πέρυσι. Και πρόπερσι. Και τη χρονιά πριν από αυτό. Η μισή πόλη είχε φύγει για διακοπές και όσοι δεν το έκαναν μετάνιωναν για αυτό, βράζοντας μέσα στα αυτοκίνητα και τα διαμερίσματά τους.

Αλλά αυτός δεν είχε πάει πουθενά. Περίμενε.

Ανάμεσα στους επιβλητικούς όγκους από τσιμέντο και γυαλί, χωμένο ανάμεσα στα κτήρια του κέντρου ήταν το πράσινο, μικρό τετράγωνο που έκανε τη διαφορά. Η μοναχική μονοκατοικία με τον πολύχρωμο κήπο. Η ευχάριστη παραφωνία στο γκρι τοπίο. Το σπίτι τους. Η κατακόκκινη σκεπή του μικρού σπιτιού σχεδόν δε φαινόταν από τα δύο θεόρατα δέντρα που ορθώνονταν ψηλά. Τα φυλλώματά τους άπλωναν ένα μωσαϊκό σκιάς πάνω στη δροσερή στέγη. Οι φιγούρες των φύλλων σέρνονταν νωχελικά στο λιγοστό αεράκι της πόλης κι ο κήπος απλωνόταν μπροστά στην όψη του σπιτιού, μια μικρή Εδέμ ειδικά για εκείνη.

Η ξύλινη πόρτα έτριξε κι άνοιξε με ένα σιγανό στρίγγλισμα. Από τη σκιά του σαλονιού εμφανίστηκε ο παππούς, καθώς μερικά σπουργίτια πετάγονταν από τους γύρω θάμνους και πετούσαν μακριά. Έκανε δύο βήματα μπροστά και πήρε μια βαθιά ανάσα με κλειστά μάτια. Το άρωμα των λουλουδιών και του χορταριού ήταν μεθυστικό.Όλα ήταν έτοιμα. Σχεδόν.

Ο γέρος κοίταξε αριστερά του. Στον τοίχο του σπιτιού κάτω από το παράθυρο με τις λουλουδένιες κουρτίνες, ήταν προσεκτικά στηριγμένο το μικρό φτυάρι. Ο γέρος περπάτησε κουτσαίνοντας και έπιασε την ξύλινη λαβή του. Με κοφτά, ασύμμετρα βήματα, βάδισε στο μονοπάτι από πλατιές πέτρες κοιτώντας το γρασίδι γύρω τους. Ήταν τέλειο.

Συνέχισε το ασταθές βήμα του μέχρι να φτάσει στο κέντρο του κήπου, όπου σταμάτησε. Μπροστά του ορθωνόταν η πολυεπίπεδη κατασκευή που αποτελούνταν από μικρά διαζώματα διαφορετικού ύψους. Σε κάθε πέτρινο διάζωμα μια μικρή ζαρντινιέρα και σε κάθε ζαρντινιέρα από ένα διαφορετικό μπονσάι. Τα μικρά δέντρα έλαμπαν στο φως του μεσημεριανού ήλιου. Ο γέρος ακούμπησε κάτω το μικρό φτυάρι που έκανε έναν κουδουνιστό ήχο όταν άγγιξε την πέτρα. Λύγισε το σώμα του με έναν σιγανό αναστεναγμό και πλησίασε το πρόσωπό του στο πρώτο διάζωμα. Σήκωσε το χέρι του και σκούπισε λίγο από το χώμα που είχε πέσει πάνω στο μικρό πεζούλι της ζαρντινιέρας. Φύσηξε το υπόλοιπο κι οι πέτρες ήταν λευκές και πάλι.

Υπήρχαν ακόμη δουλειές της τελευταίας στιγμής να γίνουν.

Σήκωσε το κεφάλι του και επιθεώρησε σχολαστικά τα φυλλώματα των μικροσκοπικών δέντρων. Άπλωσε το χέρι του, έκοψε ένα φύλλο που είχε αρχίσει να κιτρινίζει και μετά άλλο ένα. Μερικά φύλλα αργότερα τα μπονσάι ήταν αψεγάδιαστα και στο άλλο χέρι είχε περισυλλέξει μια χούφτα μικροσκοπικά, λιγότερο πράσινα φύλλα.

Περπάτησε κουτσαίνοντας πίσω προς τον όμορφο ξύλινο κάδο δίπλα στην πόρτα για να πετάξει τα φύλλα, όταν τον είδε.

Το βήμα του διακόπηκε στιγμιαία. Κοίταξε με την άκρη του ματιού του τη φιγούρα που στεκόταν στην αυλόπορτα. Δεν ήταν αυτή. Ήταν αυτός. Έκανε πως δε τον είδε. Ξεκίνησε πάλι να περπατάει, αυτή τη φορά με ταχύτερο βήμα. Το πόδι του τον πονούσε τώρα. Τα γηρατειά έκαναν για άλλη μια φορά αισθητή την παρουσία τους.

«Με συγχωρείτε…» άκουσε τη διστακτική φωνή από την αυλόπορτα.  Συνέχισε να περπατάει βιαστικά. Μπορεί να έφευγε.

«Συγγνώμη…Κύριε» επανέλαβε η φωνή αυτή τη φορά με μεγαλύτερη σιγουριά. Δε θα έφευγε.

Ο γέρος σταμάτησε πήρε μια βαθιά ανάσα και φόρεσε το πιο πειστικό του χαμόγελο. Ένα μειδίαμα που δεν έφτανε ως τα μάτια. Στράφηκε στον ταχυδρόμο που περίμενε υπομονετικά στην αυλόπορτα, με το γαλάζιο πουκάμισό του και τη δερμάτινη τσάντα περασμένη στον ώμο του.

«Παρακαλώ» είπε ο ηλικιωμένος άντρας ευγενικά.

«Πώς μπορώ να σας βοηθήσω;»

Ο ταχυδρόμος άνοιξε την τσάντα του και έπιασε ένα φάκελο από μέσα της. Τον έβγαλε και τον έτεινε στον γέρο, επίσης χαμογελαστός.

«Για εσάς»

Ο γέρος συνοφρυώθηκε σχεδόν ακαριαία. Γύρισε και έριξε μια νευρική μάτια στον πανέμορφο κήπο. Στράφηκε πάλι στον ταχυδρόμο που περίμενε με το χέρι του απλωμένο.

«Κοιτάξτε, είμαι κάπως απασχολημένος. Βλέπετε επιστρέφει η γυναίκα μου σήμερα από ένα μεγάλο ταξίδι και πρέπει…»

«Είναι απλά ένα γράμμα» τον διέκοψε ο νεαρός με ευγενική απορία.

Για λίγα δευτερόλεπτα έμειναν έτσι η νεαρή κι η γέρικη φιγούρα χωρισμένες από την ξύλινη αυλόπορτα. Μέχρι που ο γέρος άπλωσε το χέρι του και με μια κοφτή κίνηση άρπαξε το γράμμα. «Ευχαριστώ» γρύλισε μέσα από τα δόντια του, έκανε μεταβολή κι άρχισε να περπατά προς το σπίτι.

«Καλή μέρα να έχετε»

Μερικά ακατάληπτα μουρμουρητά ήταν η μοναδική απάντηση του παππού στον πρόσχαρο χαιρετισμό του ταχυδρόμου. Επιτέλους έφτασε στην πόρτα. Δε τον ένοιαζε πια αν η φιγούρα έμενε στην αυλόπορτά του. Δε θα έμπαινε στην αυλή. Κανείς τους δε το έκανε.

Η πόρτα έκλεισε πίσω του και οι λιγοστοί θόρυβοι της πόλης έσβησαν. Ο γέρος πήρε μια βαθιά ανάσα σαν να είχε διασχίσει τυφώνα. Περπάτησε κουτσαίνοντας μέχρι μια ξύλινη καρέκλα που έστεκε δίπλα στην κουζίνα. Η καρέκλα έτριξε καθώς καθόταν πάνω της. Ο γέρος κοίταξε το γράμμα διστακτικά. Το γύρισε από την άλλη πλευρά και απέστρεψε το βλέμμα του με σφιγμένα φρύδια. Άλλο ένα τέτοιο. Δεν έλεγαν να τον αφήσουν σε ησυχία. Γύρισε στο πλάι και άνοιξε το τελευταίο συρτάρι της ξύλινης συρταριέρας, πίσω του. Μέσα από το συρτάρι σχεδόν ξεχείλισε ένα μεγάλο πακέτο από γράμματα, πανομοιότυπα με αυτό που κρατούσε. Τα πίεσε βίαια με το χέρι του, έχωσε το καινούριο γράμμα μέσα στο συρτάρι και το έκλεισε με θόρυβο. Πήρε μια βαθιά ανάσα. Πάει κι αυτό.

Το βλέμμα του πλανήθηκε αφηρημένα στο καθιστικό του μικρού σπιτιού. Ήταν τακτοποιημένο στην εντέλεια. Ούτε ένας κόκκος σκόνης, ούτε ένα βιβλίο εκτός γραμμής στη βιβλιοθήκη, ούτε μια ζάρα στο χαλί. Το πορτοκαλί κάλυμμα του καναπέ ήταν τέλεια στρωμένο, οι καρέκλες τέλεια ευθυγραμμισμένες, το τραπεζομάντηλο τέλεια απλωμένο. Θα ήταν πολύ χαρούμενη όταν έβλεπε το σπίτι. Αλλά ακόμα περισσότερο όταν έβλεπε τον κήπο.

Ο κήπος ήταν ο αγαπημένος της. Θα τρελαινόταν όμως υπήρχε ακόμη δουλειά να γίνει. Είχε λίγο χρόνο πριν φτάσει η γυναίκα του στο σπίτι. Ο γέρος σηκώθηκε από την καρέκλα και βάδισε προς την πόρτα.

Την άνοιξε τυφλωμένος από τον ήλιο και κοίταξε γρήγορα την αυλόπορτα. Κανείς δεν ήταν εκεί. Τέλεια.

Σιγοτραγουδώντας, περπάτησε με το χαρακτηριστικό του βάδισμα στο μονοπάτι με τις μεγάλες πέτρες και έφτασε πάλι μπροστά στις ζαρντινιέρες με τα μπονσάι. Έπιασε το μικρό φτυάρι και, κραδαίνοντάς το χαρούμενα, περπάτησε μέχρι το χαμηλό τοιχίο από φρεσκοκομμένο θάμνο. Έσκυψε μπροστά από τα σκληρά, ευθυγραμμισμένα κλαδιά και βάλθηκε να χτυπάει απαλά το χώμα. Το χτυπούσε μέχρι να γίνει εντελώς επίπεδο και μετά το χτύπησε λίγο ακόμα. Τα τιτιβίσματα των πουλιών που επέστρεψαν στον κήπο συνόδευαν τον χαρούμενο σκοπό που σφύριζε. Όταν η γυναίκα του επέστρεφε όλα θα ήταν τέλεια.

Όμως το τιτίβισμα σταμάτησε απότομα και ο γέρος ήξερε γιατί. Ο φόβος φούντωσε πάλι μέσα του. Όρθωσε το σώμα του και κοίταξε την αυλόπορτα. Ήταν ένας κύριος με γαλάζιο πουκάμισο και από πίσω του ο νεαρός ταχυδρόμος, με την ίδια περιβολή. Θα ήταν και οι δύο ταχυδρόμοι. Γαμώτο.

Ξεκίνησε να περπατάει βιαστικά προς την αυλόπορτα, αφήνοντας το φτυαράκι να πέσει και να κουδουνίσει στις μεγάλες πέτρες του μονοπατιού.

«Όχι, όχι» είπε ο γέρος πλησιάζοντας τους δύο άντρες στην αυλόπορτα.

«Με συγχωρείτε, δε γίνεται να το κάνω αυτό τώρα. Περιμένω τη γυναίκα μου- έλειπε μέρες σε ένα μεγάλο ταξίδι και πρέπει όταν γυρίσει να είναι όλα στην εντέλεια. Δε γίνεται να έρθει και να σας βρει εδώ. Σας παρακαλώ πολύ».

Ο μεγαλύτερος από τους δύο νεόφερτους άντρες περίμενε υπομονετικά να τελειώσει ο γέρος, με ένα ειλικρινές χαμόγελο συμπάθειας στο πρόσωπό του. Ο γέρος σταμάτησε να μιλάει κοντανασαίνοντας και στηρίχτηκε στην ξύλινη αυλόπορτα.

Κύριε Αντώνη, είπε ήρεμα, πρέπει να μιλήσουμε. Δε γίνεται να το αναβάλλετε για πάντα.

«Δεν έχουμε να πούμε τίποτα» τον έκοψε αμετάκλητα ο γέρος.

«Με συγχωρείτε αλλά θα πρέπει να σας ζητήσω να φύγετε.Παραδώσατε το γράμμα σας, η συναλλαγή μας τελείωσε».

«Κύριε Αντώνη…» επανέλαβε ο άντρας με έκφραση σχεδόν λύπησης στο πρόσωπό του. Ο νεαρός πίσω του κοιτούσε κάτω με αμηχανία.

«Μου επιτρέπετε να περάσω μέσα; Ο Δημήτρης θα περιμένει εδώ».

«Τι; Μα δεν ακούσατε τι σας είπα; Δε γίνεται συγγνώμη, δε γίνεται…»

«Κύριε Αντώνη» επανέλαβε και αυτή τη φορά μια επιτακτικότητα εμφανίστηκε στη φωνή του.

«Φοβάμαι πως δε μπορώ να φύγω. Αν δε μου δώσετε δύο λεπτά να μιλήσουμε θα μείνω εδώ» και σταύρωσε τα χέρια του στο στήθος του.

«Η γυναίκα σας θα με βρει εδώ όταν έρθει»

«Τι στο…» ξεφύσηξε ο γέρος.

Έτριψε το σβέρκο με το χέρι του και μετά πίεσε με τα δάχτυλά το σημείο ανάμεσα στα μάτια του. Σήκωσε το χέρι και τράβηξε το σύρτη της αυλόπορτας. Όσο εκείνος περνούσε στον κήπο, ο γέρος οπισθοχώρούσε πατώντας προσεκτικά μόνο πάνω στις πέτρες, αποφεύγοντας το γρασίδι.

Ο ταχυδρόμος τον πλησίασε ανελέητα με αυτό το ύφος συμπάθειας που έκανε τον γέρο να τρέμει.

«Πρέπει να μας αφήσετε να σας βοηθήσουμε, κύριε Αντώνη» είπε σιγανά. «Δε γίνεται να παίζουμε αυτό το κυνηγητό για πάντα».

«Τι θέλετε από μένα, κύριέ μου;» απάντησε επιθετικά ο γέρος σφίγγοντας με τα χέρια του τα μπατζάκια του. Αυτή η επιμονή αγγίζει τα όρια της παρενόχλησης.

Σας παρακαλώ να με αφήσετε ήσυχο».

«Πότε έρχεται η γυναίκα σας, κύριε Αντώνη;»

«Από στιγμή σε στιγμή»

«Διαβάζετε τα γράμματά μας;»

«Ναι ναι, τα διαβάζω» είπε ο γέρος βιαστικά κοιτώντας το δρόμο.

«Κύριε Αντώνη, κοιτάξτε με, σας παρακαλώ»

Τα στενεμένα μάτια κινήθηκαν μέσα στις ρυτιδιασμένες κόγχες τους και κοίταξαν τον ταχυδρόμο. Τα φρύδια από άσπρες τρίχες, από πάνω τους, ήταν σμιγμένα ακόμα.  «Το συζητήσαμε μαζί» είπε ο άντρας σιγανά. «Πέρυσι. Και πρόπερσι. Και τη χρονιά πριν από αυτό. Δε θυμάστε;»

«Σας παρακαλώ…» ψέλλισε ο γέρος, αυτή τη φορά παρακλητικά.

«Τι θέλετε από μένα;»

«Να προχωρήσετε» ψιθύρισε ο άντρας. Σήκωσε το χέρι του και το ακούμπησε στον ώμο του καμπουριασμένου γέρου.

«Πάνε τρία χρόνια από το ατύχημα, πρέπει να επισκεφτείτε το μνήμα της γυναίκας σας. Πρέπει να σταματήσετε να την περιμένετε. Σας σκοτώνει αυτό το πράγμα. Χρειάζεται πια να ηρεμήσετε»

Τα μάτια του γέρου έλαμψαν καθώς υγραίνονταν. Ανοιγόκλεισε τα βλέφαρά του και ένα δάκρυ έσπασε από τις σακουλιασμένες κόγχες και κύλισε στα ρυτιδωμένο μάγουλο.

«Όχι…» είπε με έναν ψίθυρο που θα μπορούσε να τον καλύψει το θρόισμα των φύλλων.

«Δε μπορώ. Να αφήσω τον κήπο; Να μαραθούν τα λουλούδια; Να κιτρινίσει το γρασίδι;»

«Δε μπορούμε να παίζουμε αυτό το…»

«Τι θέλετε από μένα;» είπε τώρα έντονα ο γέρος. Το πηγούνι του έτρεμε και δάκρυα έτρεχαν ακατάσχετα όμως φαινόταν να δίνει μάχη για να κρατήσει το πρόσωπό του ανέκφραστο. Απέτυχε.

Ο ταχυδρόμος τον έπιασε και τον αγκάλιασε. Τον ένιωσε να τραντάζεται από λυγμούς στα χέρια του. Έτριψε την πλάτη του κοντού γερασμένου σώματος.

«Ακούστε με» είπε ο ταχυδρόμος και έβγαλε από την τσέπη του ένα κομμάτι χαρτί.

«Θέλω να σας βοηθήσω αλλά πρέπει να με αφήσετε να το κάνω» είπε σιγανά, με το χέρι ακόμη στον ώμο του.

«Μπείτε στο σπίτι σας. Δώστε λίγο χρόνο στον εαυτό σας. Και μετά ελάτε να πάρετε αυτό το χαρτί. Το αφήνω εδώ.»

Δίπλωσε το χαρτί πάνω στο οποίο ήταν γραμμένο ένα τηλέφωνο και το σφήνωσε ανάμεσα σε δύο ξύλα του φράχτη.

«Μη το πετάξετε όπως κάνετε με τα γράμματα. Αν δε θέλετε, υπόσχομαι να σας αφήσω ήσυχο»

Ο γέρος έγνεψε καταφατικά και σκούπισε τα μάτια του. Έκανε μεταβολή και ξεκίνησε να κουτσαίνει προς την πόρτα του σπιτιού του.

«Θα φτιάξουν τα πράγματα, κυρ Αντώνη» άκουσε τη φωνή του ταχυδρόμου πίσω του.Σας το υπόσχομαι»

Η πόρτα έκλεισε πίσω από τον γέρο που όρθωσε το σώμα του. Κοίταξε το άδειο σαλόνι. Τα πρησμένα από το κλάμα μάτια του έλαμψαν. Ένα χαμόγελο διέτρεξε το πρόσωπό του. Έγειρε το κεφάλι του στο πλάι.

«Επιτέλους. Νόμιζα ότι δε θα έρθεις ποτέ αγάπη μου» είπε ανακουφισμένος στο έρημο σαλόνι.

«Πες μου, πώς σου φάνηκε ο κήπος;»

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΜΑΓΔΑΛΗΣ

ένθετη φωτογραφία: “Meni Seiridou photography

Διαβάστε και άλλα ebooks Script & Art