Το Μεγάλο Φαράγγι σαν δάκρυ του Θεού που έπεσε από ψηλά, απλώνεται στην ψηλότερη κορφή της Πίνδου. Στους νεότερους χάρτες δεν υπάρχει ούτε η ονομασία του. Μόνο η ζωγραφιά ενός μοναστηριού και δίπλα μια άλλη του μισοσκότεινου σπηλαίου. Κανείς δεν ανεβαίνει σε εκείνο το χωριό. Μόνο λίγες φορές τον χρόνο ένας γιατρός και o εργαζόμενος του ληξιαρχείου. Ο πρώτος μετρά τους ζωντανούς και ο δεύτερος τους νεκρούς, πίνουν και ένα καφεδάκι, πότε για συχώριο και πότε για υγεία, γεύονται και τα σπιτικά λουκούμια των γυναικών και φεύγουν.

Τέσσερις όλες κι όλες οι γυναίκες που ζουν στο Μεγάλο Φαράγγι. Μόνες απόμειναν, δίχως σόι, δίχως αγκαλιές ή ελπίδες. Μόνο παρελθόν που το πλέκουν ξανά και ξανά στα γερασμένα αργαλειά τους.

Η Χρήσταινα η ολίγον κουφή, γυναίκα του Χρήστου που έφυγε από τον μάταιο τούτο κόσμο λίγες μέρες μετά τον γάμο τους και από τότε η χήρα Χρήσταινα δεν έβγαλε τα μαύρα. Η Κώτσαινα, η απαισιόδοξη ή γκρινιάρα ή γκαντέμω, χήρα του Κώτσου του τσέλιγκα που τα παιδιά που απέκτησε εκτός του γάμου του -εν αγνοία της Κώτσαινας- φτιάχνουν μια διμοιρία. Η Γιώργαινα η όμορφη ή αλλιώς κοντέσα, έτσι την έλεγε ο Γιώργος ο καφετζής που την ζήλευε και εκείνη του πρόσφερε όλες τις αφορμές. Και τέλος η Βασίλαινα η μαγείρισσα, γυναίκα αφράτη και δυναμική που ο μακαρίτης ο Βασίλης αποκαλούσε αγάπη μου μέχρι τη μέρα που έκλεισε δια παντός τα μάτια του. Αυτές απόμειναν. Μαυροφορούσες και μόνες να περιμένουν το δρεπάνι του θανάτου.

Χρόνια αγύριστα μετρούσαν και σαν είδαν ότι κόντευε η ώρα τους μετρούσαν και τα λόγια τους, μεγάλωναν τους σταυρούς και μάκραιναν τις προσευχές τους. Μέχρι που ξημέρωσε ένα μαρτιάτικο πρωινό, σαν εκείνα τα βουνίσια ανοιξιάτικα πρωινά με την φύση να φουσκώνει και να ξεφουσκώνει τη μάνητα.

Σηκώθηκε η Βασίλαινα από το κρεβάτι και έψαξε τις μαύρες παντούφλες της. Ανήσυχος ο ύπνος της και το κρύο του Μάρτη αφόρητο. Έριξε στους ώμους της το πλεκτό της σάλι και μπήκε στην κουζίνα. Φόρεσε την μαντήλα της, άναψε το καντήλι και έβαλε το μπρίκι στην φωτιά. Οι κινήσεις της ήταν ίδιες, όπως κάθε μέρα. Αυτή τη μέρα όμως, έλειπε το τραγούδι από τα χείλη της. Η καρδιά της δεν σήκωνε ούτε τις Σαρανταπέντε λεμονιές, ούτε το Παπάκι πάει στην ποταμιά. Στάθηκε μπροστά στο παράθυρο και άφησε τα δάκρυα να κυλήσουν στις βαθιές αυλακιές του προσώπου της. Ο επίμονος χτύπος της πόρτας την έβγαλε από τις σκέψεις. Ο καφές φούσκωσε και χύθηκε, οι χτύποι στην πόρτα έγιναν πιο δυνατοί, αλλά εκείνη δεν κουνιόταν απ’ την θέση της.

«Βασίλαινα. Που σαι; Ζεις για απόθανες;» Η φωνή της Κώτσαινας ξύπνησε όλα τα πλάσματα της μικρής αυλής. Μέχρι και η γάτα, η Κοντίλω άφησε το χουζούρι και πήδηξε πάνω στο περβάζι.

«Τώρα έρχουμαι». Ίσιωσε την μαντήλα, έσυρε τα πόδια της και άνοιξε την πόρτα. Τα μάτια της Κώτσαινας την κοίταξαν με απορία.

«Νόμιζα ότι τα τίναξες. Άντε είπα ήρθε η ώρα της. Κι είδα και κακό όνειρο σήμερις» αναστέναξε κι αγκομαχώντας έβγαλε τις μαύρες γαλότσες στην άκρη της πόρτας.

«Έλα πέρνα».

Από μέσα της ευχόταν να μην ήταν η πρώτη η Κώτσαινα που περνούσε το κατώφλι της. Φτου στον κόρφο μου, πρωί πρωί ήταν ανάγκη τούτη να ρθει;

«Ήρθα για την εκπομπή. Αρχινάει σε λίγο. Να διούμε σήμερα τι θα φτιάξ’ η ξανθιά. Νηστεία έχουμε. Θα την κόψει να φτιάξ κάνα νηστήσιμο; Του λόγου σ’ δεν είσαι πολύ καλά».

«Σκέφτομαι. Ο λογισμός μου είναι ένα τρενάκι που τρέχει».

«Αϊ καλέ τι ναι τούτα που με λες;»

«Όπως στα λέω. Κάτσε να φτιάξω το μαυροζούμι και να τα πούμε».

Μπήκε για δεύτερη φορά το μπρίκι στην φωτιά και βγήκαν τα κουλουράκια με την κανέλα πάνω στο κόκκινο βελούδινο τραπεζομάντιλο με το λευκό σεμεδάκι στο κέντρο.

Η Κώτσαινα ρουθούνισε και με τα γέρικα δάκτυλά της έσπασε μια άκρη από την μυρωδάτη μικρή πλεξούδα και την έχωσε στο στόμα.

«Μωρέ νόστιμα τα φτιάξες. Ίδια με αυτά της ξανθιάς. Αχ να χα νιάτα όλα θα τα τρωγα. Βλεπ’ς τότες ο κόσμος πείναγε. Τώρα βρισκ’ς ότι τραβάει η ψυχή σ’. Να μόνο λίγο στην ένταση έχουν ένα λάθος». Πλατάγισε τη γλώσσα και έγλειψε τα χείλη.

«Αϊ μαρή που με έμαθες και την ένταση». Τα λόγια της Χρήσταινας που έστεκε στην πόρτα συνοδευόμενα από ένα πνιχτό γελάκι, τάραξαν την ησυχία της κουζίνας. Πίσω της στεκόταν η Γιώργαινα με την εμπριμέ μαντήλα με τα ροζ τριαντάφυλλα και το κοκκινάδι απλωμένο, στα μάγουλα, στο πηγούνι, στο μέτωπο σαν να σταύρωνε το πρόσωπο την ώρα που βαφόταν.

Πριν ακόμα γεμίσουν τα φλιτζάνια, τα κουλουράκια είχαν κάνει φτερά και στο τραπέζι υπήρχαν μόνο το άδειο πιάτο γεμάτο ψίχουλα και το καθρεφτάκι με την πούδρα που κουβαλούσε πάντα μαζί της η Γιώργαινα. Τελευταία κάθισε στο τραπέζι η Βασίλαινα. Η καρδιά της χτυπούσε σαν παιδικό ταμπούρλο. Επίμονα και δίχως ρυθμό. Ένα πράγμα έτρεμε στο ατέρμονο βίος της η Βασίλαινα: To τι θα πει ο κόσμος. Μη τυχόν και κάποιος καταλάβει κάτι απ’ τα μυστικά και ανομολόγητα της. Κι αυτό που της έτρωγε το μυαλό δεν μπορούσε να το κρατήσει άλλο μυστικό.

«Στην αγάπη που έχω στο παιδί μου που ναι μακριά, σας ορκίζομαι ότι θα σας πω αυτό που με βασανίζει. Και στις τρεις, αλλά μην με μαλώσετε».

«Τι να μην μπαλώσουμε;»

«Χρήσταινα μην με κοβ’ σ. Άκου μόνο και τράβα το μαντήλι για να ελευθερωθεί το αυτί σ’». Δίπλα οι άλλες έφεραν τον δείκτη μπροστά στα χείλη και κοίταξαν αυστηρά την Χρήσταινα.

«Δεν είναι ότι το χω ντροπή, αλλά δεν ξέρω αν έκανα και το πρέπον. Αυτό που θα σας πω έχει ξεκινήσει μήνες τώρα. Κάθε πρωί έρχεστε και πίνουμε τους καφέδες και βλέπουμε την ξανθιά που φτιαν συνταγές. Όλες άνοστες γιατί μια μέρα μέχρι αλάτι ξέχασε να ριξ. Το ζωντόβολο. Αλλά πριν δυο μήνες έγινε διαγωνισμός για όλη την χώρα. Ήθελαν συνταγές απ’ όλα τα μέρη.

Κάθισα και έγραψα κι’ εγώ μια. Μανιταρόσουπα με μανιτάρια και χόρτα του βουνού και όταν ήρθε ο γιατρός έδωκα το γράμμα. Μερόνυχτα περίμενα απάντηξη. Πέρασε του Αι-Γιαννιού, πέρασε και το πρώτο Ψυχοσάββατο που πήγαμε στα μνήματα».

«Θιοσχωρέστους» εν συγχορδία και οι τέσσερις με σταυροκόπημα.

«Και ήρθε η απάντηση με τον γιατρό, όταν πια μπήκε και ο Μάρτης. Μεσημέρι ήταν, πριν αποσώσω το φαϊ ακούω που μπαίνει στην αυλή. Πέθανα από αγωνία να το διαβάσω. Κι εκείνος ο αθεόφοβος ήθελε να πιει καφέ, να κεραστεί και γλυκό, να διει τα χάπια. Αμάν να φύγει».

Σηκώνει το κεντητό σεμεδάκι και με αργές κινήσεις βγάζει το διπλωμένο χαρτί. Σαλιώνει το ακροδάχτυλο, ανοίγει το χαρτί και ξεροβήχει.

Τρία ζευγάρια μάτια παρακολουθούν τις κινήσεις της. Τρία ζευγάρια χέρια χαϊδεύουν τα φλιτζανάκια χωρίς να κάνουν καμιά κίνηση να τα ακουμπήσουν στα χείλη. Και τρία ζευγάρια πόδια άρχισαν να σκουντιούνται μεταξύ τους για να επικοινωνήσουν αυτό που περνούσε σαν σκέψη από τα κεφάλια τους. «Αχ, τα χασε η κακομοίρα η Βασίλαινα»

«Αγαπητή κυρία Ευαγγελία Αντωνοπούλου. Λάβαμε την συνταγή σας. Η συνταγή σας επαινέθηκε από τρεις σεφ. Έχετε βραβευτεί! Συγχαρητήρια! Αυτό ακριβώς ψάχναμε, συνταγές της ελληνίδας νοικοκυράς με υλικά κατευθείαν από την φύση. Γι’ αυτό τον λόγο σας ζητούμε όσες συνταγές έχετε να τις καταγράψετε και να τις στείλετε όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Σκοπεύουμε να τις εκδώσουμε μαζί με άλλες, από γυναίκες όλης της Ελλάδος. Μια συλλογή της ελληνίδας νοικοκυράς με τις δικές σας σε τιμητική θέση. Θα χαρούμε πολύ να συνεργαστούμε. Παρακαλούμε να συμπληρώσετε το έγγραφο και να το υπογράψετε, ώστε να προβούμε στις απαραίτητες ενέργειες. Με τιμή, ο πρόεδρος του διαγωνισμού μαγειρικής».

Η Γιώργαινα σήκωσε δειλά το χέρι.

«Να ρωτήξω κάτι; Η Ευαγγελία Αντωνοπούλου ποια είναι;»

«Καλά λέν πως οι όμορφες είναι χαζές. Βρε, τουτινα εδώ είναι», λέει η Κώτσαινα με καμάρι στην φωνή.

«Καλέ Βασίλαινα, Ευαγγελία σε λένε; Αϊ το χα ξεχάσει τόσα χρόνια, όλο Βασίλαινα και Βασίλαινα. Εμένα με λένε Δήμητρα».

Η Βασίλαινα σηκώθηκε σβέλτα.

«Χάρηκα πολύ για την γνωριμία. Αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας», είπε και άρχισε να περπατά γύρω απ’ το τραπέζι, όπως όταν κυνηγούσε την Κοντίλω.

«Αμ ποιο είναι;»

«Δεν καταλάβατε; Τι λέει αυτό το γράμμα;» και ανέμιζε το γράμμα σα μικρή σημαιούλα στο γέρικο χέρι της. Το είχε διαβάσει τόσες φορές που από το άνοιξε- δίπλωσε, είχε σχιστεί στις άκρες.

«Θρίαμβος. Θρίαμβος». Η Χρήσταινα σηκώθηκε και με δάκρυα στα μάτια αγκάλιασε την βραβευθείσα.

«Δεν έχεις παρά να στείλεις τις συνταγές. Ε, αυτό είναι χαρά μεγάλη. Είναι». Και καθώς δεν έπαιρνε απόκριση. «Τι; Δεν είναι;»

«Για μια στιγμή. Τούτη τη συνταγή γω στην έδειξα. Θα ταν το ’68 ή το ’70, δεν πολυθυμάμαι. Εκείνη την εποχή που ο Κώτσος έλειπε και η πεθερά μ’ κλωθογυρνούσε στα πόδια μ’ ».

«Το ’70 ήταν Κώτσαινα τότε που ο Κώτσος τα έμπλεξε με την χήρα από την πόλη». Άτονη, ήρεμη η Γιώργαινα έριξε την πρώτη βόμβα στο τραπέζι και πουδράρισε μεγαλόπρεπα την γερακίσια μύτη.

«Σσσς τι κουβέντες είναι αυτές τώρα;» είπε η Χρήσταινα και έδεσε έναν δεύτερο κόμπο στη μαντήλα.

«Σσσς εσύ Χρήσταινα. Γιατί δεν είναι αλήθεια; Δεν είναι αλήθεια για την Ζαφειρένια; Εκείνη την όμορφη; Ή μήπως δεν ξέρουμε πως είχε και την Δέσπω; Απ’ τον καημό της πέθανε που την άφηκε με ένα παιδί μονάχη», συνέχισε η μουτζαχεντίν Γιώργαινα.

«Κακόγλωσση. Τι είναι τούτα που με λες; Αλλά κι’ εσύ μήπως δεν τον καλόβλεπες τον Κώστο μ’;»

«Εγώ, για αυτός; Που τάχα μου ήθελε να πιει καφέ και μου καθόταν στον καφενέ μέχρι να με δει να φέρνω φαϊ στο Γιώργου μ’».

«Να σε πιάσω απ’ την κοτσίδα να σου πω γω για τον καφέ, που ο τσιγκούνης ο άνδρας σ’ τον έκαμε νερόβραστο».

«Καλέ τι πάθατε τώρα; Εγώ ήθελα μαζί και η τέσσερις να βάλουμε από μια τζίφρα. Να γράψουμε τα ονόματά μας, αυτά που μας έδωκε ο παππάς. Τα θυμάστε για; Οι συνταγές είναι και δικές σας. Δεν θέλω να σας κλέψω».

«Χα χα χα ας γελάσω. Όλες το ξέρουμε πως σούφρωνες απ’ τον μπακάλη πότε λίγες φακές και πότε λίγα μαυρομάτικα. Τάχα δεν ξέρουμε πως και ο πατέρας σ΄ ήταν ο μεγαλύτερος κλεφτοκοτάς της Πίνδου;» Δεύτερη βόμβα από τα χείλη της Κώτσαινας που είχαν ζαρώσει σαν μικρά τρομαγμένα φιδάκια.

«Έτσι ε; Μάθε λοιπόν πως ο Κώτσος σ’ με καλόβλεπε πριν σε παντρευτεί. Μου στείλε και προξενιό. Χάρισμα στον έδωκα γιατί ήξερα ότι τον αγαπάς. Αλλά και μετά που έμεινα χήρα κάτω απ’ το παράθυρο μ’ γυρνούσε νύχτα μέρα».

«Ο Κώτσος; Μήπως εσύ τον έδωκες αβάντα; Τι ναι τούτα που με λες; Όλες σας τον θέλατε. Κι εσύ σιγανοπαπαδιά Χρήσταινα πάντα τον καλόβλεπες».

«Γω, γω; Ήμαρτον Κύριε; Πότες καλέ;».

«Τότες που έλειπα στην Αθήνα στα παιδιά μ’».

«Ότι θέλεις λες. Κείνος δεν μπορούσε να μαζέψει τα σάλια τ’».

Η μέρα έξω φωτεινή και ανοιξιάτικη, μα μέσα στην κουζίνα της Βασίλαινας μαύρος ο τόπος. Μαύρα και τα μάτια. Κατάμαυρα μισοφέγγαρα μετά τα λόγια που έπεσαν σαν βόμβες στο τραπέζι με το κόκκινο βελούδο και το σεμεδάκι στη μέση. Όλα μαζί τα έζησαν. Κατοχές που ήταν ακόμη κοριτσάκια και πήγαιναν στην βρύση για νερό, αντάρτικα, γάμους, γέννες και θανάτους. Κι όπου πηγαίνανε ήταν και οι τέσσερις μαζί. Αγκαλιασμένες στο βαρύ χειμώνα της Πίνδου με λίγες κουβέντες στα ζαρωμένα τους χείλη, μα με πολύ αγάπη στις χιονισμένες καρδιές τους.

Πρώτη αντέδρασε η Βασίλαινα. Το μυαλό της δεν χωρούσε τα λόγια που άκουσε. Κλέφτρα. Αυτή κλέφτρα; Αυτό πίστευαν για εκείνη; Βγήκε στην αυλή, πήρε το μονοπάτι που βγάζει στην έρημη πλατεία και χάθηκε αργά αργά προς το βουνό με μόνη συντροφιά την Κοντίλω να νιαουρίζει στο κατόπι της. Σαν τρομαγμένο πουλί με μαύρα φτερά πήρε τα βουνά και οι άλλες τρεις έμειναν να κοιτάζουν το ανοιχτό χαρτί και τα λόγια να χορεύουν ειρωνικά μπροστά τους.

«Πρέπει να συμπληρώσετε το έγγραφο και να το υπογράψετε, ώστε να προβούμε στις απαραίτητες ενέργειες».

Μόνο η δική της υπογραφή υπήρχε στην άκρη κάνοντας χώρο και για τις άλλες τρεις. Σηκώθηκε η Γιώργαινα, υπόγραψε το χαρτί, πέρασε καμπούρα την πόρτα και έφυγε, ξεχνώντας το καθρεφτάκι με την πούδρα. Έφυγε και η Κώτσαινα με το κεφάλι σκυμμένο. Πρώτα όμως έβαλε την υπογραφή με χέρια που έτρεμαν και ζητώντας συγχώρεση από τον Θεό για τα λόγια που είπε. Η Χρήσταινα δεν έφυγε. Ίσως γιατί αυτή πονούσε περισσότερο απ’ όλες. Αυτή που δεν είχε προλάβει να φτιάξει οικογένεια, τούτες είχε τόσα χρόνια σαν γονιούς, αδέρφια και παιδιά και τώρα έβλεπε την οικογένεια της να γκρεμίζεται.

«Λιγότερο το αντάρτικο που με πήρε αδέρφια και πατέρα με πόνεσε. Αχ, ας μας δω μονιασμένες κι’ ας ποθάνω την ίδια ώρα». Αυτά τα λόγια είπε και ύστερα αμίλητη έριξε τα ξύλα και άναψε το τζάκι. Ο χώρος ζέστανε, αλλά η καρδιά της δεν μαλάκωσε. Άρχισε να χτυπά αργά και πότε πότε έριχνε μια δυνατή σπρωξιά σαν να ήθελε να βγει από τα στήθη της.

Είχε σουρουπώσει για τα καλά, όταν άνοιξε η εξωτερική πόρτα και μπήκε η Βασίλαινα στο σπίτι της. Η μαζεμένη φιγούρα δίπλα στο τζάκι δεν κουνήθηκε. Τα σανίδια έτριζαν με κάθε κίνηση της Βασίλαινας. Έβαλε να πιει νερό και χάζεψε τις αδύναμες φλόγες και την καμπουρίτσα της Χρήσταινας που με κλειστά τα μάτια καθόταν στην καρέκλα. Στάθηκε μπροστά στην φωτιά, έσκυψε, πήρε ένα ξύλο και το έριξε με δύναμη. Φωτίστηκαν τα πρόσωπα.

«Δεν μ’ άκουσες Χρήσταινα; Γύρισα. Δεν βαριέσαι. Τώρα δω που φτάσαμε, θα κρατάμε και κακίες; Πέρασα απ’ τα σπίτια τους. Εϊ, να δεις αγκαλιές και κλάματα. Υπέγραψαν μου παν κι αύριο μεθαύριο θα το δώκω το γράμμα του γιατρού μαζί με είκοσι συνταγές».

Άνοιξε τα βλέφαρα η Χρήσταινα και ένα μικρό χαμόγελο σχηματίστηκε στα γέρικα μπλάβα της χείλη. Κι έμεινε έτσι με τα χείλη μισάνοιχτα και τα μάτια στυλωμένα στην φωτιά.

«Χρήσταινα μ’ ακούς για στον βρόντο μιλάω; Κοιμάσαι μαρή;» Έσκυψε να αφουγκραστεί την ανάσα της. Ανάσα δεν άκουσε. Μόνο δυο δάκρυα είδε στην άκρη των ματιών της. Αγκάλιασε την καμπούρα της. Την αγκάλιασε και την χάιδεψε σαν να είχε στα χέρια της ένα μικρό μωρό.

«Χτυπούν καμπάνες θλιβερά, πικρά, φαρμακωμένα, για να τ’ ακούσ’ η γειτονιά, να ’ρθει η απάνου ρούγα, να ’ρθούν ματάκια θλιβερά, να ’ρθουν καρδιές καημένες να ’ρθούν όσες εβάλανε χρυσά κορμιά στον Άδη».

Το μοιρολόγι που βγήκε από τα στήθη της Βασίλαινας ακούστηκε από άκρη σ’ άκρη στο έρημο Μεγάλο Φαράγγι. Την ίδια ώρα που η Χρήσταινα συναντούσε έπειτα από εξήντα χρόνια τον άνδρα της, η Γιώργαινα σταύρωνε το μαξιλάρι της και η Κώτσαινα μάλωνε με το φάντασμα του Κώτσου ζητώντας εξηγήσεις για τα κέρατα του γάμου τους.

Χιόνι πυκνό κύκλωσε το Μεγάλο Φαράγγι. Ο παπάς της πόλης έκανε δυο μέρες να φανεί. Δυο μέρες, οι τρεις γυναίκες δεν φύγαν από το προσκεφάλι της θανούσας. Της τραγουδούσαν, της κρατούσαν συντροφιά μέχρι να την συνοδέψουν στο μεγάλο ταξίδι. Μα σαν τελείωσε η κηδεία κι επέστρεψαν στο σπίτι της Βασίλαινας η κουβέντα γύρισε πάλι σ’ εκείνο το πρωινό τρεις μέρες πριν.

Μόνο η υπογραφή της Χρήσταινας έλειπε από το χαρτί που ήταν ακόμα ανοιχτό πάνω στο κόκκινο βελούδο. Έπιασαν και οι τρεις το μολύβι και με απαλές κινήσεις τράβηξαν τις γραμμές. Το όνομα Νίνα Βούρου σχηματίστηκε και το χαρτί έγινε ένα μικρό πορτρέτο. Τέσσερα ονόματα. Ξεχασμένα. Κρυμμένα στα μπαούλα κάτω απ’ τα προικιά των γάμων τους, κάτω από γέννες και γεράματα που βγήκαν ξανά στο φως, όπως το χιόνι που λιώνει και η γη δίνει φόρα για να συναντήσει τον Πλάστη.

Ευαγγελία Αντωνοπούλου, Δήμητρα Ιωάννου, Κατερίνα Λεμπέση και Νίνα Βούρου.

«Μήπως είναι κακό που υπογράφουμε μετά τον θάνατό της;» ρώτησε η Γιώργαινα που είχε ξαναφορέσει την μαύρη μαντήλα αποχαιρετώντας εκείνη με τα ροζ τριαντάφυλλα.

«Όσο θα φοράς τα μαύρα, χαζαμάρες θα λες. Άκου εκεί κακό. Κι αυτή μαζί. Στο κάτω κάτω ποιος θα το μάθει;»

«Ο γιατρός θα το δει Κώτσαινα.»

«Και που θα ξεύρει ο γιατρός μαρή, πότε υπέγραψε η μακαρίτισσα;»

«Ώχου και αν δεν δεχτούν, επειδή είναι πεθαμένη;»

«Και ποιος σε λέει ότι κι’ εμείς δεν θα αποθάνουμε μέχρι να φτάσ’ το γράμμα;»

«Μπα καλέ γρουσούζα. Κουνήσ’ απ’ τη θέση σ’»

«Κουνηθώ δεν κουνηθώ. Αϊ καλέ κουράστηκα και ας έρθει η σειρά μ’, όσο ζείτε εσείς. Αλλά έτσι και φύγω και πάω στον Παράδεισο και βρω τον Κώτσο μαύρο φίδι που τον έφαγε. Αν δεν τρούπωνε στην κουβέντα μας δεν θα μαλώναμε».

Το γράμμα έφυγε με τον γιατρό. Μήνες πέρασαν χωρίς απάντηση. Πέντε μήνες που οι τρεις γυναίκες, η μια μετά την άλλη, αποχαιρέτησαν το Μεγάλο Φαράγγι. Πρώτα έκλεισε τα μάτια η Γιώργαινα. Χωρίς αναστεναγμούς και μοιρολόγια. Ήξεραν οι άλλες δυο πως πλησιάζει και η δική τους ώρα. Κι έτσι αποφάσισαν να μείνουν μαζί. Τρεις μήνες έμειναν στο ίδιο σπίτι. Και πριν βγει το καλοκαίρι, ήρθε και για τις δυο ο θάνατος την ώρα που κοιμούνταν. Ανήμερα της Παναγιάς που έφταναν και κάποιοι συγγενείς για να γιορτάσουν δίπλα τους. Μα πριν προλάβει να βγει και ο Σεπτέμβρης ένα δέμα έφτασε στο χωριό με τέσσερα χοντρά βιβλία στο εσωτερικό του, «Παραδοσιακή μαγειρική από τέσσερις γυναίκες της Πίνδου».

Ένα δέμα προορισμένο για τέσσερις παραλήπτριες. Μα οι παραλήπτριες σαν αερικά γυρνούσαν στα άδεια σοκάκια. Μόνο η Κοντίλω τις άκουγε. Μόνο εκείνη μπορούσε να διακρίνει την περπατησιά τους.

«Αϊ κορίτσια γίναμε διάσημες».

«Ποιές είναι οι άσχημες;»

«Μαρή Χρήσταινα οι πεθαμένοι ακούν καλά. Εσύ πάλι δεν ακούς;»

«Μπα από συνήθειο. Και μην με λες Χρήσταινα. Είμαι η Νίνα».

«Και εγώ η Κατερίνα κι ευτυχώς ο Κώτσος δεν είναι στον Παράδεισο!»

 

Δήμητρα Β. Ζιώγα

 

ένθετη φωτογραφία: “Meni Seiridou photography
Διαβάστε και άλλα ebooks Script & Art