~ιστορία τρόμου για σπιτικούς δαίμονες & λαϊκές δοξασίες~

 

Ο Κέιν προσπέρασε την πινακίδα που τον καλωσόριζε στην Ηχώ, λίγο μετά τις έντεκα το πρωί. Το καλοκαίρι δεν είχε φτάσει ακόμα στον βορά. Αν και ήξερε ότι το καλοκαίρι εκεί πάνω, δεν είχε καμία σχέση με το καλοκαίρι του νότου. Τα Λευκά Όρη έστεκαν σαν αρχαίοι γίγαντες πάνω από το χωριό πασπαλισμένα με χιόνι που δεν έλεγε να λιώσει. Ο ουρανός ήταν συννεφιασμένος και η ατμόσφαιρα μύριζε βροχή.

Μπήκε στο χωριό και σταμάτησε στην πλατεία. Απέναντι του βρισκόταν ένα μικρό καφενείο με τρία τραπέζια έξω. Μερικοί ηλικιωμένοι άντρες είχαν συσπειρωθεί σε ένα από αυτά που ασφυκτιούσε από ποτήρια και τασάκια. Του έριξαν ένα βλέμμα καθώς πάρκαρε κι έπειτα γύρισαν στην συζήτησή τους. Ο Κέιν τους παρατήρησε πίσω από το κλειστό παράθυρο για λίγο. Έμοιαζαν σαν γερασμένοι γύπες, σταφιδιασμένοι και καμπουριαστοί που περίμεναν για κάποιο περαστικό θύμα.

Βγήκε από το αυτοκίνητο και άφησε το κρύο να τον συνεφέρει. Ένιωθε τρομερά εξαντλημένος από το προηγούμενο βράδυ. Πέντε ώρες πίσω από το τιμόνι και τα άκρα του είχαν πιαστεί. Αν δεν είχε μεγάλη ανάγκη δε θα αναλάμβανε αυτή τη συνέντευξη.

Χρειαζόταν τα λεφτά. Ακόμα κι αν ήταν αναγκασμένος να διασχίσει ξανά ολόκληρη τη χώρα για συνέντευξη θα το έκανε και πάλι .

Άναψε ένα τσιγάρο και πήρε τα χαρτιά του από την θέση του συνοδηγού.

Ο άντρας που θα έπαιρνε συνέντευξη ονομαζόταν Μπάρθ Βερντό και ήταν 89 χρονών. Γέννημα θρέμμα της Ηχώ, χήρος με δύο παιδιά που ζούσαν στο εξωτερικό και τυφλός από τα νιάτα του. Είχε επικοινωνήσει με το περιοδικό η Αλθία η γυναίκα που τον φρόντιζε και τον αγαπούσε γιατί δεν είχε ζητήσει δεκάρα για την ιστορία του.

Σύμφωνα λοιπόν με την Αλθία ο ηλικιωμένος άντρας ήθελε να μοιραστεί μια ιστορία που είχε βιώσει ο ίδιος όταν ήταν νεαρό παλικάρι. Μια ιστορία που θα εκτόξευε την τοπική του εφημερίδα στα ύψη μια που η ιστορία είχε να κάνει με την περίφημη εγκαταλελειμμένη έπαυλη των Κράφτ.

Η γνωστή έπαυλη των Κράφτ!

Φυσικά, ο Κέιν γνώριζε την ιστορία τους. Όλοι στην χώρα γνώριζαν.

Ήταν τέλη του 1800 που μια πλούσια οικογένεια εξαφανίστηκε χωρίς να αφήσει ούτε ένα σημείο ζωής. Η ιστορία έλεγε ότι η οικογένεια είχε μια έπαυλη στις παρυφές του Λευκού Όρους όπου και περνούσαν τις καλοκαιρινές τους διακοπές. Την τελευταία μέρα των διακοπών τους όταν έφτασε η άμαξα για να τους παραλάβει εκείνοι είχαν εξαφανιστεί αφήνοντας πίσω όλα τους τα υπάρχοντα.

Η αστυνομία ειδοποιήθηκε από τον οδηγό της οικογένειας την ίδια μέρα και έρευνες ξεκίνησαν σαρώνοντας την Ηχώ αλλά και το Όρος. Μάταια.

Κανείς δεν είχε την παραμικρή ιδέα για το τι είχε συμβεί στους Κράφτ. Τα πάντα είχαν κυλήσει όπως γινόταν κάθε χρόνο.

Το καλοκαίρι τους είχε περάσει κι αυτό όπως και όλα τα προηγούμενα. Δεν ήταν ιδιαίτερα κοινωνικοί και δεν οργάνωναν χορούς και γιορτές στην οικία τους. Οι λιγοστοί καλεσμένοι που τους είχαν επισκεφτεί ήταν κυρίως συνεργάτες του Αφέντη Κράφτ και ποτέ δεν έμεναν παραπάνω από ένα βράδυ.

Οι κάτοικοι της Ηχώ δεν μπόρεσαν να προσθέσουν τίποτα χρήσιμο στην έρευνα. Υποστήριξαν ότι ήταν μια εκκεντρική οικογένεια που δεν έβγαινε συχνά από την έπαυλη. Δεν είχαν επαφές με κανέναν και δεν κατέβαιναν ποτέ στο χωριό. Οι έρευνες κράτησαν μήνες χωρίς αποτέλεσμα και επίσημα σταμάτησαν όταν δόθηκε η άδεια στη Δεσποινίδα Κράφτ, αδερφή του Αφέντη, να μαζέψει τα υπάρχοντα της οικογένειας.

Λίγες μέρες προτού αδειάσει εντελώς η έπαυλη, ο σκύλος της Δεσποινίδος ανακάλυψε   στο υπόγειο έναν «θησαυρό» που σόκαρε όλη τη κοινότητα. Κι ήταν αυτός ακριβώς που έκανε την εξαφάνισή των Κράφτ να μείνει στην ιστορία της Ηχώς.

Λείψανα ανθρώπων σε μπαούλα. Άλλα κάτω από το σπίτι και άλλα τριγύρω στην υπόλοιπη γη των Κράφτ -θα ΄ταν περίπου είκοσι από αυτά-. Δερματόδετα βιβλία μαγείας και σατανισμού. Ρούχα φτωχικά, παπούτσια, βέρες και κρεμαστά. Τούφες μαλλιών και δόντια φυλαγμένα σε μικρά σακουλάκια.   Ο Κέιν ακούμπησε τις σημειώσεις του στο καπό και άναψε ένα ακόμα τσιγάρο. Είχε ακούσει την ιστορία των Κράφτ όταν ήταν ακόμα παιδί και δεν έκρυβε ότι τον είχε ιντριγκάρει από τότε. Θυμήθηκε πως είχε γίνει και ταινία βασισμένη στην ιστορία της έπαυλης (αποτυχημένη κατά την ταπεινή του άποψη).

Είχαν περάσει κοντά είκοσι χρόνια από εκείνη τη ταινία και το ενδιαφέρον είχε χαθεί. Ούτε οι αναγνώστες του περιοδικού που δούλευε, δεν ζητούσαν άρθρα και ιστορίες από την «κρύπτη των Κράφτ».

«Το ενδιαφέρον το δημιουργούμε εμείς Κέιν. Και αν εμείς θεωρούμε ότι αξίζει να ξεθάψουμε μια τρομαχτική ιστορία του προηγούμενου αιώνα, τότε το ίδιο θεωρούν και οι αναγνώστες μας. Εμείς φτιάχνουμε τη μόδα. Εκτός αυτού ο γέρος θέλει να μας πει μια ιστορία που έζησε ο ίδιος στην έπαυλη και θα το κάνει τσάμπα…» Αυτή ήταν η   γνώμη του αφεντικού του.

«Τουλάχιστον οι λογαριασμοί θα πληρωθούν και αυτόν τον μήνα» είπε ο ίδιος στον εαυτό του καθώς έσβηνε το τσιγάρο, σίγουρος ότι έχανε τον χρόνο του για μια ακόμα φορά.

«Συγνώμη που καθυστέρησα Κύριε Κέιν» του είπε η Αλθία χαμογελώντας. «Σας περιμένει».

Ο Κέιν της χαμογέλασε και χωρίς να πει τίποτα έβγαλε τον εξοπλισμό του από το πορτμπαγκάζ και την ακολούησε ως την έπαυλη.

Το μέρος έμοιαζε σταματημένο στο χρόνο. Η όποια εξέλιξη είχε επέλθει στην υπόλοιπη χώρα, είχε προσπεράσει την Ηχώ. Η ησυχία ήταν τέτοια που τον έκανε να νιώθει άβολα. Ήταν παιδί της πόλης και η βαβούρα της κίνησης και του κόσμου είχε γίνει τόσο αναγκαία όσο και ο καφές το πρωί. Λίγοι άνθρωποι περπατούσαν στον δρόμο κι όλοι τους σκυφτοί και σκυθρωποί.

Καμία σχέση με την Αλθία που σε όλη τη διαδρομή συνέχισε να χαμογελά. Ήταν ψηλή και είχε εκείνη τη κοψιά των βόριων. Πλούσια ξανθά μαλλιά, λευκό δέρμα και σκληρά χαρακτηριστικά. Έμοιαζε δυνατή και υγιής, μια γυναίκα που μπορούσε άνετα να φροντίσει έναν άντρα που δεν μπορεί να εξυπηρετήσει πια τον ίδιο του τον εαυτό. Σε όλη τη διαδρομή τα βλέμματα των γύρω ήταν βιαστικά και εχθρικά βλέμματα που η Αλθία δεν έδειξε να την ενδιαφέρουν.

Δεν του άρεσαν τέτοια μέρη. Δεν ήταν άνθρωπος της φύσης και δεν είχε και την καλύτερη γνώμη για τον κόσμο που ζει σε τέτοια μικρά μέρη. Τους θεωρούσε οπισθοδρομικούς και υποκριτές. Ζούσαν ως θεοσεβούμενοι άνθρωποι αλλά το κουτσομπολιό έδινε και έπαιρνε. Είχε πάρει συνεντεύξεις από πολλούς «ανθρώπους του χωριού» και το μόνο που τους ενδιέφερε ήταν το πως θα βγάλουν από τη μύγα ξίγκι. Αυτή τους η αποξένωση από τον υπόλοιπο κόσμο και τον πολιτισμό, τους μετέφερε σταδιακά σε μια πρωτόγονη κατάσταση. Και ο Κέιν θεωρούσε αδύνατο να επικοινωνήσει μαζί τους.

Όταν έφτασαν στο σπίτι η Αλθία του ζήτησε να μην τον κουράσει πολύ.

«Είναι γενικά σε καλή υγεία αλλά από τότε που αποφάσισε να έρθει σε επαφή με το περιοδικό και να πει την ιστορία του, δείχνει πιο εύθραυστος. Δεν κοιμάται καλά και δεν τρώει όσο θα έπρεπε. Αλήθεια, εσείς ξέρετε την ιστορία που θέλει να μοιραστεί ο Κύριος Μπάρθ;»

«Όλοι στην Ηχώ ξέρουν την ιστορία Κύριε Κέιν αλλά δεν θα σας πω τίποτα που μπορεί να σας προκαταβάλει. Θα σας ετοιμάσω ένα καφέ και μετά θα σας αφήσω μόνους. Το ζήτησε ο Μπάρθ σαν χάρη. Θα κάτσω στη κουζίνα. Αν θελήσετε τίποτα απλά φωνάξτε με του είπε κι άνοιξε μια χαμηλή καγκελόπορτα».

Μπήκαν σε μια παραμελημένη αυλή, γεμάτη αγριόχορτα και τσουκνίδες. Το σπίτι έμοιαζε σαν όλα τα άλλα που είχε δει στον δρόμο. Πέτρινο και παλιό. Δεν μπορούσε όμως να μην θαυμάσει τη πληθώρα λουλουδιών. Ο κήπος του γέρου έδινε χρώμα στη μουντή γειτονιά. Φανταζόταν πώς θα έμοιαζε ο κήπος σε λίγες μέρες που θα έφτανε η άνοιξη όταν η Αλθία ξεκλείδωσε την κεντρική πόρτα και πέρασαν μέσα.

Από το βάθος του σπιτιού, ακούστηκε μια γέρικη βραχνή φωνή.

«Αλθία;»

«Εγώ είμαι, Μπάρθ. Ήρθαμε με τον Κύριο Κέιν. Περάστε παρακαλώ…» του έκανε νόημα.

Το σπίτι ήταν χαμηλοτάβανο και μύριζε όπως όλα τα σπίτια που στέγαζαν ηλικιωμένους ανθρώπους. Του θύμισε το άρωμα που πλανιόταν στο σπίτι των παππούδων του και ανατρίχιασε..

Δεν του άρεσε αυτή η μυρωδιά. Του θύμισε νοσοκομείο, αρρώστια, έστελνε θλιβερά μηνύματα στον εγκέφαλό του. Ήταν το άρωμα της θνησιμότητας ή μήπως του αναπόφευκτου τέλους; Παρ΄ όλα αυτά ήταν ένα συμμαζεμένο και καθαρό σπίτι χωρίς πολλά έπιπλα ούτε και με πολλά στολίδια στους τοίχους.

Πέρασαν το σαλόνι και η Αλθία τον οδήγησε σε ένα μικρό δωμάτιο. Εκεί, σε μια σκοροφαγωμένη πολυθρόνα καθόταν ο Μπάρθ. Ο Κέιν τον πλησίασε και τον παρατήρησε: ένα λευκό σύννεφο σα μπαμπάκι δέσποζε στο κεφάλι του άντρα. Μπορούσε να δει το κρανίο του καθαρά μέσα σε εκείνο το σύννεφο.

«Καλημέρα Κύριε Μπάρθ. Ονομάζομαι Κέιν, από το περιοδικό «Όσα παραμονεύουν στο σκοτάδι».

«Καλωσορίσατε κύριε Κέιν. Καθίστε».

Ο Κέιν πλησίασε την καρέκλα που βρισκόταν απέναντι από τον γέρο κι άρχισε να βγάζει τον εξοπλισμό του από την τσάντα του.

«Θα στήσω την κάμερα αν δεν σας πειράζει. Φαντάζομαι σας ενημέρωσαν ότι θέλουμε και ένα βίντεο πέρα από τις σημειώσεις μου»

«Ναι. Κάντε ότι είναι πρέπει να κάνετε Κύριε Κέιν. Αλθία, φέρε έναν καφέ για τον καλεσμένο».

Η γυναίκα έφυγε από το δωμάτιο κι ο Κέιν έστηνε την κάμερα ενώ ο γέρος δε ξαναμίλησε   μέχρι να φτάσει ο καφές του. Ο Κέιν τον παρατηρούσε κρυφά να κάθεται σιωπηλά. Η ανάσα του άντρα ήταν αργή αλλά σταθερή. Δεν μπορούσε να μην επικεντρωθεί στα μάτια του. Έμοιαζαν με βαθιά, θολά νερά, γαλάζια και ξεθωριασμένα λες και τα είχε κάψει ο ήλιος.

Η μυρωδιά ήταν πιο έντονη εκεί μέσα. Σκέφτηκε να ζητήσει να ανοίξουν το παράθυρο, αλλά το μετάνιωσε. Το κρύο ήταν ακόμα έντονο κι υπήρχε πιθανότητα να αρρωστήσει ο γέρος εξαιτίας του. Αποφάσισε να το υπομείνει κι αυτό και επικέντρωσε τη σκέψη του στην χρηματική επιταγή που θα λάμβανε, όταν γυρνούσε πίσω.

Ο Κέιν πάτησε το κουμπί της κάμερας

«Αν θέλετε μπορούμε να ξεκινήσουμε. Είναι όλα έτοιμα»

«Έχετε έρθει ποτέ ξανά στα μέρη μας Κύριε Κέιν;»

«Όχι. Είναι η πρώτη φορά»

«Πως σας φαίνεται εδώ;»

«Δεν είδα και πολλά αλλά είναι ένα γραφικό χωριουδάκι. Η θέα του βουνού από ψηλά είναι εντυπωσιακή»

«Πόσες παράξενες ιστορίες έχετε ακούσει στη ζωή σας Κύριε Κέιν;»

«Αρκετές, Κύριε Μπάρθ. Κάνω αυτή τη δουλεία πολλά χρόνια»

«Και πόσες από αυτές πραγματικά πιστέψατε;»

Ο Κέιν χαμογέλασε. Η απάντησή του στη πραγματικότητα ήταν καμία. Μια τέτοια απάντηση όμως θα σήμαινε και το τέλος της καριέρας του.

«Το θέμα είναι να τις πιστεύουν οι αναγνώστες μας.   Έχουμε φανατικό κοινό».

«Πολύ διπλωματική απάντηση, νεαρέ..»

Ο Κέιν κουβαλούσε 43 χρόνια στις πλάτες του. Είχε σταματήσει να θεωρεί τον εαυτό του «νεαρό» εδώ και πολύ καιρό. Ο άντρας όμως που είχε έρθει να του πάρει συνέντευξη πλησίαζε τα 90. Για αυτόν ναι, ήταν ακόμα νεαρός. Χαμογέλασε ξανά κι ας ήξερε ότι ο άντρας απέναντι του δε μπορούσε να δει το επαγγελματικά άψογο χαμόγελό του.

«Στην καριέρα μου έχω μιλήσει με πολλούς ανθρώπους που πραγματικά πίστευαν τις ιστορίες που μου αφηγούνταν. Κάποιες από αυτές ήταν τρομερά αληθοφανείς και πειστικές σε σημείο να μην μπορεί κανείς να τις αμφισβητήσει. Υπήρχαν βέβαια και μερικές που απλά ήταν αδύνατον να γίνουν πιστευτές. Νομίζω ότι έχω ακούσει αρκετές για να μπορώ να εντοπίσω που τελειώνει η αλήθεια και αρχίζει η φαντασία να δουλεύει. Τώρα αν μου ζητάτε αριθμό θα σας απογοητεύσω. Δεν τις έχω μετρήσει».

«Φαντάζομαι γνωρίζετε για την Έπαυλη των Κράφτ και την ιστορία της;»

«Ναι…έχω φέρει μαζί μου σημειώσεις. Πήραμε πληροφορίες και από τα αρχεία της αστυνομίας. Αν και μετά από τόσα χρόνια καταλαβαίνετε πως ήταν άθλος να βρεθούν έγκυρες πηγές» του είπε και ξεφύλλισε τις φωτοτυπίες μπροστά του.

«Κυκλοφορούν τόσες ιστορίες…»

«Μάθαμε ότι η τοπική αστυνομία έχει κλείσει την έπαυλη. Απαγορεύεται η καταπάτηση του χώρου»

«Περίπου…»

«Τι εννοείτε;»

« H έπαυλη είναι κλειστή από τότε που ήμουν εγώ παιδί. Δεν είναι όμως και κλειδαμπαρωμένη. Μια καγκελόπορτα χωρίζει τον δρόμο από την αυλή. Δεν είναι δα και το πιο καλά φυλαγμένο μέρος του κόσμου»

«Σύμφωνα με τις πληροφορίες μου ανήκει ακόμα σε απόγονους της οικογένειας. Kανείς δεν έχει έρθει να μείνει ξανά εδώ. Προσπαθήσαμε να μιλήσουμε με την οικογένεια αλλά δεν δεχτήκαν. Μας προειδοποίησαν να μην ασχοληθούμε με την έπαυλη «μη πλησιάσετε καν» είπαν. Παράξενο, αν σκεφτεί κανείς ότι πριν είκοσι χρόνια περίπου είχαν δεχτεί να γυριστεί ολόκληρη ταινία βασισμένη στον μύθο».

«Ναι αλλά δεν ήρθαν ποτέ εδώ για να κάνουν την ταινία»

«Ναι. Το γνωρίζω. Ήταν όρος για να δεχτούν»

«Και καλά έκαναν….».

«Θέλετε να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή? Ποια είναι η προσωπική σας εμπειρία με την έπαυλη; Πότε ξεκίνησε;»

Ο γέρος κούνησε το κεφάλι του και βαριανάσανε. Ο Κέιν μπορούσε σχεδόν να ακούσει τα γρανάζια του μυαλού του άντρα να παίρνουν μπροστά. Το τυφλό βλέμμα του άντρα σκοτείνιασε απότομα και ο Κέιν παρατήρησε τα χαρακτηριστικά του να σκληραίνουν.

¨Όλα άρχισαν στις 11 Ιουλίου του 1926.

Εγώ και δυο παιδικοί μου φίλοι, ο Κάστωρ και ο Λεών, καθόμασταν στη παλιά βελανιδιά και καπνίζαμε στα κρυφά. Αν ρωτήσετε τριγύρω θα σας πουν που βρίσκεται αυτό το σημείο. Νομικά βρίσκεται μέσα στη γη των Κράφτ. Αν γυρνούσες το κεφάλι σου , μπορούσες να δεις τη κορυφή της έπαυλης. Έμοιαζε με κάστρο εκείνο το μέρος. Δεν υπήρχαν άλλα σπίτια σαν αυτό τριγύρω. Τα παράθυρά του ήταν από χρωματιστό γυαλί και άστραφτε όταν ο ήλιος τα χτυπούσε. Μαγευτικό θέαμα, πραγματικά.

Εκείνο το καλοκαίρι είχαμε τελειώσει το σχολείο και μετρούσαμε τις μέρες μέχρι να έρθει το φθινόπωρο.

Κι οι τρεις μας θα φεύγαμε από το χωριό. Κάποιοι για σπουδές, άλλοι για το φανταρικό μας. Φουσκώναμε και ξεφουσκώναμε σαν κοκόρια, ενήλικες πια….Σύντομα οι ζωές μας θα άλλαζαν. Ή τουλάχιστον αυτό ελπίζαμε. Κάναμε σχέδια για τη ζωή μας στη πόλη, για τις γυναίκες που θα γνωρίζαμε, για τα ξενύχτια που θα ζούσαμε…

Μαζευόμασταν συχνά σε εκείνο το σημείο. Ήταν το μέρος μας. Κρύβαμε τα τσιγάρα που κλέβαμε από τους πατεράδες μας μέσα στη κουφάλα της βελανιδιάς, μαζί με άλλα πράγματα που δεν τολμούσαμε να φέρουμε στα σπίτια μας.

Την ιδέα την έριξε ο Κάστωρ. Αν και δεν το λες ιδέα…ήταν περισσότερο σαν πρόκληση.

«Τολμάτε να πάτε μέχρι την πόρτα της έπαυλης των Κράφτ, κοτούλες;» μας είπε.

Δεν ξέρω πως του ήρθε. Πραγματικά… Η γη των Κράφτ ήταν πάντα απαγορευμένο μέρος. Ακόμα και στη βελανιδιά που καθόμασταν καταπατούσαμε ξένη ιδιοκτησία. Μέχρι εκεί τολμούσαμε να πάμε. Πιο πέρα , ποτέ.

Βλέπετε αγαπητέ μεγαλώσαμε με τρομαχτικές ιστορίες για αυτό το σπίτι. Οι γονείς μας, οι μεγαλύτεροι μας, μας τρομοκρατούσαν όταν ήμασταν παιδιά :

«Αν δεν φας όλο το φαγητό σου θα πάθεις ο,τι και οι Κράφτ»

«Αν δεν κάτσεις καλά θα σε κλείσω στην έπαυλη των Κράφτ» κι άλλα τέτοια – αν και κανείς δεν είχε ιδέα τι είχε γίνει τελικά μ ΄αυτή την οικογένεια-.

Ξέραμε ότι προτού γεννηθούμε εμείς έμενε μια πλούσια οικογένεια εκεί. Ήταν μονόχνοτοι, πολύ αντικοινωνικοί, πράγμα που δεν συγχωρείται στο χωριό μας. Κανείς δεν είχε πάρε-δώσε μαζί τους και τα κουτσομπολιά πήγαιναν σύννεφο. Δε δεχόταν κανέναν στο σπίτι τους κι έβγαιναν πολύ σπάνια. Έτσι τουλάχιστον ξέραμε από τις ιστορίες που κυκλοφορούσαν από τους γέρους.

Ώσπου μια μέρα, απλά χάθηκαν από προσώπου γης. Η αστυνομία τους έψαχνε για μήνες. Το σπίτι το είχαν αφήσει έτσι με πράγματα μέσα. Τα κοσμήματα της κ. Κράφτ, το πορτοφόλι του άντρα της με χρήματα μέσα… Δεν τους βρήκαν ποτέ και η αστυνομία παράτησε το ψάξιμο. Τότε είναι που βρήκαν όλα εκείνα τα πράγματα στο υπόγειο. Τα κόκαλα, τα αντικείμενα…

Θυμάμαι τον παππού να μας λέει «οι Κράφτ ασχολούνται με μαγείες και πράγματα του Σατανά».

Μας φοβέριζαν να μην τολμήσουμε να πάμε προς τα εκεί. Μας έλεγαν ότι θα μας πάρει τις ψυχές μας ο Διάολος και θα πεθαίναμε. Λέγανε για φαντάσματα κι αερικά που ζούσαν μέσα στο σπίτι. Δαιμόνια και καλικάντζαροι.

Ο τόπος μας έχει πολλούς μύθους κύριε Κέιν. Το βουνό λέγεται ότι κατοικείται από τέρατα ψηλά σαν τα δέντρα. Πολλές φορές χάνονταν άνθρωποι εκεί. Πήγαιναν για κυνήγι και δεν γυρνούσαν ποτέ. Είχαμε τέτοια πολλά αλλά η έπαυλη ήταν το χειρότερο για όλους στο χωριό. Δεν πλησίαζε ψυχή τη γη εκείνη.

Τέλος πάντων, ο Κάστωρ μας λέει «κοτούλες» κι από τη μία στιγμή στην άλλη βρεθήκαμε έξω από τη κεντρική πύλη της έπαυλης. Δεν καθίσαμε να σκεφτούμε όλα αυτά που μας έλεγαν όταν ήμασταν παιδιά. Ήμασταν νέοι και το αίμα έβραζε μέσα μας. Δεν φοβόμασταν τίποτα. Ήταν μια πρόκληση και κανείς μας δεν ήθελε να φανεί φοβητσιάρης στα μάτια του άλλου.

«Η τιμή είναι τα πάντα, έτσι δεν είναι;» ρώτησε και ένα κόκκινο χρώμα απλώθηκε στα χλωμά του μάγουλα.

Ο Κέιν προσπάθησε να τον φανταστεί νέο αλλά δεν τα κατάφερε. Ίσως έφταιγε η προχωρημένη ηλικία του Μπάρθ που είχε θάψει μια για πάντα κάθε νεανικό στοιχείο   πάνω στο πρόσωπό του.

«Τότε κουβαλούσα παντού ένα ξεχαρβαλωμένο ποδήλατο με ένα μεταλλικό κουδούνι στο δεξί τιμόνι» συνέχισε. Έκανε τέτοιο θόρυβο που ξεσήκωνα όλο το χωριό στο πέρασμά μου. Ούτε τα φρένα του δεν έπιαναν καλά καλά. Σκέτη σκοτώστρα ήταν κι έτσι το έλεγα. Το σήκωσα στα χέρια μου και το πέταξα πάνω από τα κάγκελα. Περιμέναμε λίγο να δούμε αν θα εμφανιστεί κάτι. Δεν ξέρω τι περιμέναμε να εμφανιστεί. Ξέρω όμως ότι μου είχε φανεί καλή η ιδέα να ρίξω το ποδήλατο μέσα προτού μπούμε εμείς.

Σκαρφαλώσαμε τα κάγκελα χαχανίζοντας σα μικρά παιδιά. Η αυλή ήταν γεμάτη χόρτα. Παρατημένη. Το καλοκαίρι μύριζε παντού γύρω μας, έντονο κι ευωδιαστό. Τρέξαμε ως τα σκαλιά της εισόδου κι εκεί σταματήσαμε. Όχι γιατί το θέλαμε, όχι. Κάτι. «Κάτι» έγινε εκείνη τη στιγμή μέσα μας, είπε τρίβοντας τα δάχτυλά   αναμεταξύ τους. Προσπαθούσε να βρει τις σωστές λέξεις για να περιγράψει εκείνη την αλλαγή στην ατμόσφαιρα. Εκείνη τη μετατόπιση της πραγματικότητας. Ο Κέιν δεν έβγαλε άχνα. Συνέχισε να παρατηρεί το πρόσωπο του άντρα ψάχνοντας για τα «φτιαχτά στοιχεία» όπως τα αποκαλούσε.

Έψαχνε να βρει αν η παύση του γέρου ήταν πραγματική ή φτιαχτή για να δημιουργήσει κάποιο σασπένς. Όχι ότι πίστευε πως ο γέρος γνώριζε τι ήταν σασπένς. Γνώριζε όμως ότι αν κάποιος ήθελε, έβρισκε τρόπους. Μάθαινε. Τα μάτια του γέρου δεν πρόδιδαν τίποτα. Δεν μπορούσε να διαβάσει τίποτα σε εκείνα. Υπήρχε ένα κενό σαν ένα απύθμενο πηγάδι που απλά έστεκε εκεί. Ανεξερεύνητο και απρόσιτο.

«Ήταν λες και μια αόρατη δύναμη είχε καρφώσει τα πόδια μας στη γη. Η όποια τρέλα μας είχε οδηγήσει μέχρι εκεί, είχε εξαφανιστεί.

Σα να είχαμε αδειάσει, αν καταλαβαίνετε τι εννοώ. Δεν μύριζε πια καλοκαίρι, μύριζε κάτι άλλο. Κάτι άσχημο. Δεν ήμουν μόνο εγώ. Το είδα στα πρόσωπα των άλλων. Το ένιωσαν κι αυτοί, αλλά κανείς δεν είπε κάτι. Έστω μια κουβέντα…

Αν κάποιος είχε μιλήσει εκείνο το λεπτό πιθανότατα να είχαμε γλιτώσει από τη φρίκη που ακολούθησε»

Ο γέρος άπλωσε το χέρι του και έπιασε το ποτήρι με το νερό. Το πλησίασε στα χείλια του και ήπιε τρέμοντας ενώ ο Κέιν σημείωσε στο τετράδιο του:

«Με τρεμάμενα χέρια πλησίασε το ποτήρι με το νερό και ήπιε για να βρέξει -τον στεγνό- λαιμό του. Οι αναμνήσεις εκείνης της ημέρας επιστρέφουν με ορμή στο μυαλό του. ο ηλικιωμένος φαίνεται να παλεύει μέσα του με δαίμονες. Ότι και να ετοιμαζεται να πει είναι σίγουρα πέρα για πέρα αληθινό».

Έμεινε ικανοποιημένος με αυτό που έγραψε και έστρεψε πάλι τη προσοχή του στον Μπάρθ.

«Η πόρτα που λέτε έχασκε ορθάνοιχτη και από το εσωτερικό του σπιτιού ερχόταν μια απαίσια μυρωδιά. Ήταν η άσχημη μυρωδιά που είχε καλύψει το καλοκαίρι στον αέρα. Θυμάμαι τον Λεών να κλείνει ,κωμικά ,τη μύτη του. Ήταν μια μπόχα κλεισούρας, υγρασίας και θανάτου. Λες και κάτι είχε πεθάνει εκεί κοντά. Κανονικά θα έπρεπε να μας είχε διώξει αυτή η μυρωδιά αλλά όχι, κανείς μας δεν ήταν «κοτούλα».

Ανεβήκαμε τα σκαλιά και περάσαμε με τη σειρά το κατώφλι γελώντας νευρικά. Μέσα δεν είχε μείνει τίποτα. Ήταν ένας άδειος χώρος, γεμάτος ξεραμένα φύλλα, περιττώματα ζώων και φυσικά τα κουφάρια τους. Πολλά κουφάρια Κύριε Κέιν. Στους τοίχους εκεί που κάποτε υπήρχαν πίνακες έστεκαν τα περιγράμματά τους σα φαντάσματα. Η μαρμάρινη σκάλα που οδηγούσε στον όροφο ήταν μαύρη λες και την είχαν καλύψει με πίσσα.

Εγώ μπήκα τελευταίος. Είχα αφήσει τη «σκοτώστρα» μου στην είσοδο και χρειάστηκα λίγα δεύτερα για να καταπνίξω την παρόρμηση να το βάλω στα πόδια. Έτρεμα ολόκληρος. Δε μπορούσα να ανασάνω κανονικά. Το σώμα μου με προειδοποιούσε να τρέξω αλλά δεν το άκουγα.

Μπροστά μου ο Κάστωρ κι ο Λεών  βρίσκονταν στην ίδια κατάσταση με μένα. Ήθελα να τους φωνάξω. Να τους πω ότι καλύτερα θα ήταν να γυρνούσαμε πίσω στο χωριό, δε μπορούσα όμως. Ο λαιμός μου είχε ξεραθεί.

Ο Κάστωρ έφτασε στη κεντρική σκάλα κι έκανε να ανέβει το πρώτο σκαλί όταν ακούσαμε τον πιο τρομαχτικό ήχο που είχαμε ακούσει ποτέ στη ζωή μας. Έχετε ακούσει ποτέ τη σειρήνα πολέμου; Εκείνον τον καταραμένο ήχο που προμηνύει το τέλος; Μπροστά σε αυτό που ακούσαμε εκείνη την ημέρα η σειρήνα του πολέμου είναι μελωδία.

Ήταν λες και τα έγκατα της γης ζωντάνεψαν. Λες κι ο πυρήνας της ήταν ένα γιγαντιαίο θηρίο που ξύπνησε από το πιο βαθύ ύπνο και δεν του άρασε καθόλου αυτό. Το πάτωμα άρχισε να τρέμει κάτω από τα πόδια μας και για να μη πέσω, πισωπάτησα κι έφτασα στην πόρτα. Γαντζώθηκα πάνω της. Ο Κάστωρ κρατήθηκε από τη σκάλα κι ο Λεών που δεν είχε από που να πιαστεί, σωριάστηκε στο πάτωμα.

«Ο ήχος σταμάτησε μόνο και μόνο για να ακουστεί σε λίγο πιο δυνατά και πιο κοντά μας. Βουλώσαμε και οι τρεις τα αυτιά μας..» είπε και σήκωσε τις γερασμένες παλάμες στα αυτιά του.

«Κάτι εμφανίστηκε στη κορυφή της σκάλας. Ένα πυκνό, απειλητικό σκοτάδι. Ψηλό ως το ταβάνι και πλατύ σαν τρεις άντρες μαζί.

Ήταν ένα θηρίο κύριε Κέιν.

Είχε έρθει να μας τιμωρήσει που είχαμε τολμήσει να μπούμε στα λημέρια του. H καλύτερη περιγραφή που μπορώ να σας δώσω είναι αυτή.

Δεν είχε σάρκα, όχι. Το σώμα του ήταν φτιαγμένο από. καπνό. Ναι, καπνός με πρόσωπο. Δύο φλόγες έκαιγαν εκεί που υπολόγιζα πως ήταν τα μάτια του και μια τρύπα με δεκάδες μικρά σουβλερά δόντια υπήρχε για στόμα. Ο ήχος μας είχε τρομάξει κι ερχόταν από τα βάθη εκείνης της τρύπας.

Μας κοιτούσε έναν έναν. Μπορούσα να νιώσω το βλέμμα του πάνω μου.

Ο Λεών που δεν είχε καταφέρει να σηκωθεί ξεκίνησε πρώτος να ουρλιάζει κι αυτό με τρόμαξε ακόμα περισσότερο. Έκανα ένα ακόμα βήμα προς τα πίσω και βρέθηκα έξω από το σπίτι χωρίς να το καταλάβω. Άρχισα να συνέρχομαι κάπως…ίσως ο καθαρός αέρας…δε ξέρω. Άπλωσα το χέρι μου στα τυφλά να αρπάξω τη σκοτώστρα. Δεν τολμούσα να κοιτάξω αλλού. Δεν τολμούσα να πάρω τα μάτια μου από αυτό το πράγμα. Κανείς μας δεν νομίζω να μπορούσε. Σερνόταν πάνω στο πάτωμα και μας πλησίαζε.

Η γη κάτω από τα πόδια μας συνέχισε να τρέμει. Τα θεμέλια του σπιτιού έτρεμαν μαζί με εμάς.

Ο Λεών στρίγγλιζε στο πάτωμα κΙι ο δύσμοιρος ο Κάστωρ που είχε πλησιάσει την άβυσσο όσο κανένας άλλος, έκλαιγε. Μπορούσα να ακούσω τους λυγμούς του. Να σας πω την αλήθεια νομίζω κατουρήθηκε πάνω του.

Άγγιξα το ποδήλατο μου για να βρω τα κότσια που χρειαζόμουν κι άνοιξα το στόμα μου. Με όση δύναμη είχε μείνει μέσα μου, τους φώναζα «τρέξτε!» και σχεδόν δεν αναγνώριζα τη φωνή μου.

Το πλάσμα κάρφωσε το βλέμμα του πάνω μου.

Εκείνα τα πύρινα μάτια, κύριε Κέιν, φλεγόμενοι λάκκοι στο πιο βαθύ σημείο της Κόλασης. Μπορούσαν να γυμνώσουν την ψυχή σου. Σα να είχε μπει μέσα μου και προσπαθούσε ν αρπάξει τη ψυχή μου.

Τότε ήταν που άρχισα να κλαίω και εγώ. Ήθελα να φύγω από κει μέσα. Να εξαφανιστώ. Να τρέξω στην εκκλησία και να ζητήσω συγχώρεση από τον Θεό που δεν σταμάτησα τον εαυτό μου και τους φίλους μου. Ξέραμε ότι δεν έπρεπε να πάμε εκεί. Μας είχαν προειδοποιήσει ότι «ο Διάολος» ζούσε εκεί μέσα.

«Είστε καλά Κύριε Μπάρθ; Θέλετε μήπως να σταματήσουμε; Να φωνάξω την Αλθία;»

Όχι όχι! Θέλω να συνεχίσω. Είμαστε όλοι θρήσκοι εδώ στην Ηχώ, Κύριε Κέιν. Μεγαλώνουμε πιστεύοντας όχι μόνο στο Θεό αλλά και στο Διάβολο. Και αυτό το πλάσμα που με κοιτούσε ήταν το δεξί χέρι του «έξω από ΄δω». Το ήξερα. Έβλεπα το κακό που υπήρχε. Κι εκείνο έβλεπε εμένα.

Ο,τι ακολούθησε έγινε γρήγορα.

Πολύ γρήγορα.

Έσφιγγα το τιμόνι με όλη μου τη δύναμη. Οι παλάμες μου όμως είχαν ιδρώσει και γλιστρούσαν. Το δεξί μου χέρι κατέληξε στο κουδούνι  και σαν να με διέταξε κάποια ανώτερη δύναμη, άρχισα να το χτυπώ μανιασμένα.

Ο Λεών σταμάτησε να φωνάζει κι άρχισε να σέρνεται προς την έξοδο. Ο Κάστωρ πήγε να κάνει ένα βήμα πίσω αλλά κοκάλωσε καθώς το τέρας άρχισε να βρυχάται ξανά. Ζέστη χτύπησε το πρόσωπό μου. Ήταν η ανάσα του. Δεν μπορώ να φανταστώ πως ένιωθε ο Κάστωρ όταν στεκόταν ακριβώς εκεί μπροστά του. Τους χώριζαν λίγα εκατοστά.

Το πλάσμα άπλωσε αστραπιαία το τεράστιο χέρι του, ή τουλάχιστον κάτι που έμοιαζε με χέρι, και το τύλιξε γύρω από τη μέση του Κάστωρ. Ο κακόμοιρος άρχισε να ουρλιάζει. Ω πόσο ούρλιαζε… Καθαρός τρόμος κύριε Κέιν.

«Άφησέ τον» φώναξα αδυνατώντας να πιστέψω στο ίδιο μου το κουράγιο. Δεν άντεχα τις κραυγές του. Ήθελα να σταματήσουν. Ένιωθα το δέρμα μου να λιώνει στο κρανίο μου. Έβραζε ο τόπος. Ο ιδρώτας κυλούσε στα μάτια μου και με έτσουζε. Δεν έβλεπα καθαρά…

Ο Λεών κατάφερε να βγει έξω. Δεν σας κρύβω ότι σκέφτηκα να τον ακολουθήσω. Αλλά δεν μπορούσα να εγκαταλείψω τον Κάστωρ. Δεν μπορούσα να τον αφήσω μόνο του. Ξέρω ότι θα έκανε το ίδιο και για μένα.

«Άφησέ τον» . Ξαφνικά άρχισε να χαλαρώνει κι ο Κάστωρ κατάφερε να απελευθερωθεί. Γλίστρησε μέσα από τον μαύρο καπνό κιι έτρεξε προς το μέρος μου κρατώντας το στομάχι του. Με άρπαξε από το μπράτσο και αρχίσαμε να τρέχουμε σαν τρελοί.

«Τρέχα, τρέχα» μου φώναξε.

Αν μπορούσατε να δείτε το πρόσωπό του εκείνη τη στιγμή κ. Κέιν θα καταλαβαίνατε την έννοια της φρίκης. Το πρόσωπό του ήταν λευκό σα πανί. Μου φάνηκε να είχε γεράσει απότομα μέσα εκείνα τα λεπτά που είχε μείνει μέσα στην έπαυλη, λες κι είχε χαθεί η νιότη του. Παράξενο τι πράγματα μπορεί να προσέξει κανείς σε στιγμές τρόμου.

Η σκοτώστρα γλίστρησε από τα χέρια μου καθώς τρέχαμε. Το δεξί μου χέρι είχε γίνει κόκκινο από το αίμα -δεν το είχα καταλάβει, αλλά με το χτύπα χτύπα το κουδούνι είχα γδάρει τα δάχτυλά μου-.

Σταματήσαμε μία φορά μόνο αφού είχαμε σκαρφαλώσει τα κάγκελα της πύλης. Αυτό, ο,τι ήταν που ζούσε εκεί μέσα, θαρρείς ούρλιαζε. Το ακούγαμε να μετακινείται. Νομίζω δεν μπορούσε να βγει έξω κι αυτό με καθησύχασε λίγο.

Φτάσαμε σπίτια μας ξέπνοοι απ΄ το τρέξιμο. Δεν σταματήσαμε πουθενά, δε μιλήσαμε σε κανέναν. Ούτε αναμεταξύ μας. Τι να λέγαμε άλλωστε;

Φοβόμουν να μιλήσω για αυτά που είδαμε. Για ο,τι βιώσαμε. Φοβόμουν ότι κανένας δεν θα με πίστευε. Oύτε εγώ ο ίδιος δεν ήξερα αν πίστευα αυτά που είχα δει με τα ίδια μου τα μάτια. Πόσο μάλλον κάποιος άλλος.

Λίγες μέρες αργότερα ο Λεών σταμάτησε να μιλά. Έτσι στα ξαφνικά. Οι γονείς του τον πήγαν στην πρωτεύουσα στο καλύτερο νοσοκομείο. Ένα σωρό γιατροί έπεσαν πάνω του. Κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει τι είχε. Πέθανε προτού μπει για τα καλά ο χειμώνας. Ήταν μόνο 18 χρονών. Νέος, με όλη τη ζωή μπροστά του..

Δεν πήγα ποτέ να τον δω στο νοσοκομείο. Ο καλύτερος μου φίλος αργοπέθαινε από κάτι άγνωστο κι εγώ ποτέ δεν βρήκα το κουράγιο να πάω να τον δω. Ακόμα με μισώ για αυτό. Μέχρι τη μέρα που θα πεθάνω θα με μισώ για αυτό. Η τελευταία εικόνα που έχω από τον παιδικό μου φίλο είναι μέσα σε εκείνο το σπίτι. Να σέρνεται..

Ούτε ο Κάστωρ από ό,τι έμαθα πήγε ποτέ να τον δει ποτέ. Όταν ήρθε ο Σεπτέμβρης έφυγε στο εξωτερικό για σπουδές. Οι γονείς του είχαν πολλά λεφτά τότε. Ο πατέρας του ήταν γιατρός και όπως ήταν αναμενόμενο ο Κάστωρ μπήκε στην ιατρική.

Τελευταία φορά που τον είδα ζωντανό ήταν στην κηδεία του Λεών. Δεν ανταλλάξαμε κουβέντα. Μόνο κοιταχτήκαμε ξέροντας. Δυστυχώς δεν κατάφερε να κάνει και πολλά. Στα σαράντα του πέθανε από αυτό που προσπαθούσε να θεραπεύσει. Καρκίνος στο στομάχι. Και πάλι ήξερα…εκεί που τον είχε αγγίξει εκείνος ο δαίμονας εκεί είχε φυτρώσει το κακό που τον σκότωσε. Αυτό πιστεύω σκότωσε και τον Λεών. Είχε ουρλιάξει τόσο δυνατά εκεί μέσα για αυτό είχε χάσει τη φωνή του. Με κάθε ανάσα που έπαιρνε για να βγάλει κι άλλο ουρλιαχτό ρουφούσε μέσα του και λίγο από εκείνο τον καπνό. Ξέρω, δεν βγάζει νόημα αλλά είμαι σίγουρος ότι αυτό τον σκότωσε. Όπως και τον Κάστωρ…

«Πότε αρχίσατε να χάνετε την όρασή  σας Κ. Μπάρθ;»

«Λίγους μήνες αφότου παντρεύτηκα. Όταν πέθανε ο Λεών μπήκα φαντάρος. Όταν γύρισα στο χωριό είχα χάσει οποιαδήποτε όρεξη για περιπέτειες στη πόλη. Δεν μπορούσα να φανταστώ τον εαυτό μου να ζει κάπου αλλού. Αστείο ε; Εκείνο το καλοκαίρι δεν άντεχα στην ιδέα του χωριού και όταν ήρθε ο καιρός δε μπορούσα να φύγω μακριά.

Γνώρισα τη γυναίκα μου και παντρευτήκαμε. Τον τέταρτο μήνα ή τον πέμπτο, δεν θυμάμαι σίγουρα, άρχισα να χάνω το φως μου.

Απ΄ τη στιγμή που όλα σκοτείνιασαν η ανάμνηση εκείνης της ημέρας έγινε πιο ζωντανή από ποτέ. Νόμιζα ότι άκουγα το τέρας να βρυχάται όλη την ώρα. Ένιωθα την καυτή ανάσα του στο πρόσωπό μου. Ξυπνούσα τα βράδια νομίζοντας ότι βρισκόμουν και πάλι εκεί μέσα. Άκουγα τις κραυγές του Λεών και του Κάστωρ ξανά και ξανά , λες και τα πνεύματα τους βρίσκονταν κολλημένα μέσα μου.

Δεν είχα πει ποτέ σε κανέναν τι είχα ζήσει τότε. Η γυναίκα μου όμως ήταν πολύ έξυπνη γυναίκα Κύριε Κέιν. Μπορούσε να καταλάβει ότι κάτι με βασάνιζε και χρόνο με τον χρόνο η καημένη προσπαθούσε για μένα , για μας. Όταν πέθανε και  ο Κάστωρ δεν άντεξα και της τα είπα όλα.

Εκείνο το βράδυ της άνοιξα τη καρδιά μου και της είπα τα πάντα. Δεν μπορώ να σας πω με σιγουριά ότι με πίστεψε. Έλεγε πως ναι αλλά δεν ξέρω αν έλεγε αλήθεια. Ίσως ένοιωθε υποχρεωμένη να με πιστέψει. Ποτέ δεν έμαθα. Ποτέ δεν θέλησα να μάθω. Μου ζήτησε να μη μιλήσω πουθενά για όλα αυτά και υπάκουσα…για λίγα χρόνια…

Μέτα τον θάνατο του Κάστωρ άρχισα να αισθάνομαι ότι πλησίαζε η σειρά μου. Ήμουν ο επόμενος στη λίστα. Κάθε πόνος, κάθε βήχας, κάθε ασθένεια ήταν το τελευταίο καρφί στο φέρετρό μου. Έπρεπε να είμαι ο επόμενος. Ήταν απολύτως λογικό για μένα.

Τελικά έζησα περισσότερο από την γυναίκα μου και περισσότερο από το ένα από τα τρία παιδιά μου. Ειρωνεία ε ;

«Γιατί νομίζετε έγινε αυτό; Γιατί εσείς ζήσατε ενώ οι άλλο όχι…;»

«Πολλά βράδια  έμεινα ξάγρυπνος μαζί με αυτή την απορία. Έφτιαξα μια θεωρία … Νομίζω ότι ο δαίμονας που ζει εκεί μέσα έχει δύναμη μόνο μέσα στο σπίτι. Αν μπορούσε να βγει, θα μας είχε κυνηγήσει..θα ερχόταν ξοπίσω μας, θα είχε καταστρέψει την Ηχώ. Μπορεί και τον κόσμο ολόκληρο. Όμως δεν το έκανε. Εγώ έμεινα τον λιγότερο χρόνο μέσα. Ο Κάστωρ τον άγγιξε. Δε μπορώ να φανταστώ πως ήταν η δικιά του ζωή μετά από αυτό. Πως κοιμόταν τα βράδια. Αν κοιμόταν καθόλου τα βράδια. Ο Λεών απ΄ την άλλη ήταν ανέκαθεν ασθενικός. Από παιδάκι. Αδύναμος και μικροκαμωμένος. Η θεωρία μου είναι το πάτωμα. Εκεί που είχε σωριαστεί υπήρχε το δηλητήριο του πλάσματος. Μπορεί να είναι χαζομάρα αλλά αυτό πιστεύω. Αυτό και όπως σας είπα πριν, ο καπνός που μπήκε μέσα του»

« Έχετε πλησιάσει την έπαυλη ξανά;»

«Ναι… Όταν πέθανε η γυναίκα μου πέρασα μια δύσκολη περίοδο. Τα παιδιά μας σιγά σιγά έφευγαν από την Ηχώ κι έμεινα ολομόναχος. Είχα μια γυναίκα που ερχόταν σχεδόν  κάθε μέρα στο σπίτι, αλλά δεν ήταν το ίδιο…

Η Αλθία είναι η τρίτη και η μόνη που δεν με παράτησε…

Τότε άρχισα να λέω την ιστορία σε όποιον έβρισκα. Δεν ήμουν καθόλου καλά Κύριε Κέιν και η παράνοια που έζησα στην έπαυλη δεν με εγκατέλειψε ποτέ..

Ένα βράδυ ήπια λίγο παραπάνω και το σώμα μου ήξερε πως να φτάσει εκεί, θυμόταν τον δρόμο. Έφτασα μέχρι την πύλη και απλά έκατσα εκεί για λίγη ώρα. Δεν ξέρω τι περίμενα να γίνει αλλά δεν έγινε τίποτα. Ούτε το πλάσμα έδειξε σημεία ζωής, ούτε τίποτα.

Μέτα από αυτό άρχισα να σκέφτομαι τα νέα παιδιά του χωριού και τη δική τους περιέργεια. Άρχισα να σκέφτομαι ότι δεν τρόμαζαν πια τα παιδιά με ιστορίες γέρων. Όσο περνούσαν τα χρόνια η ιστορία των Κράφτ και της έπαυλης άρχισε να ξεχνιέται. Παρ΄ όλα αυτά ήξερα πως σκέφτονται οι νέοι. Ένα άδειο σπίτι στη μέση του δάσους να σε φωνάζει να το επισκεφτείς, να το εξερευνήσεις. Δεν ήθελα να πάθει κανείς αυτά που πάθαμε εμείς.

Όπου και να είπα την ιστορία μου όμως κανείς δεν με πίστεψε. Ποτέ.

Προσπαθούσα να προειδοποιήσω αλλά όλοι με περνούσαν για τρελό. Έλεγαν ότι ο χαμός του γιου και της γυναίκας μου πως έκανε τέτοια ζημιά που το μυαλό μου δεν μπορούσε να το χωρέσει. Ακόμα και τα ίδια μου τα παιδιά πίστευαν το ίδιο…

Τους το φώναζα στο καφενείο, στις συνελεύσεις του χωριού. Ζήτησα από τον δήμαρχο να κλείσει το δρόμο και το μονοπάτι μέσα από το δάσος. Να βγάλει κάποιον νόμο για όποιον τολμούσε να φτάσει στη περιοχή. Κάποιον σκληρό νόμο, που κανείς δεν θα τολμούσε να παραβεί. Μέχρι που πλήρωσα με δικά μου λεφτά κάποιον από την πόλη να περιφράξει την έπαυλη. Δεν τα κατάφερα. Με σταμάτησε ο δήμαρχος. Έπειτα άρχισαν να συζητούν όλοι ότι καλύτερα θα ήταν να με κλείσουν κάπου. Σε κάποιο ίδρυμα. Μέχρι που κάλεσαν τα παιδιά μου να γυρίσουν για να με μαζέψουν. Και σχεδόν τα κατάφεραν. Κόντεψαν να με πείσουν ότι είχα τρελαθεί. Μόνο που οι φωνές των φίλων μου δεν έλεγαν να φύγουν κ. Κέιν.

Αυτά που είχα δει εκεί μέσα δεν ήταν παραισθήσεις. Όχι, κάθε φορά που έπεφτα για ύπνο ήμουν πάλι εκεί. Προσπαθούσα να το εξηγήσω αυτό στα παιδιά μου αλλά δεν κατάφερνα τίποτα απολύτως. Για να γλιτώσω το τρελάδικο απλά σταμάτησα. Κλείστηκα στο σπίτι κι έβγαινα όσο πιο σπάνια μπορούσα.

Μέτα έγινε η ταινία. Η ιστορία των Κράφτ ήρθε ξανά να στοιχειώσει τον τόπο και εμένα. Το χωριό μιλούσε πάλι οι νέοι με πείραζαν στον δρόμο.»

«Πως και δεν σε πήραν στην ταινία γέρο;»με ρωτούσαν. «Εσύ τους είπες να μην έρθουν εδώ να κάνουν την ταινία;» κι άλλα τέτοια. Ήμουν ο τρελός του χωριού και μπορούσαν να πουν ότι ήθελαν. Όμως κανείς δεν πέρασε την πύλη…

Κάποια παιδιά κοκορεύονταν ότι είχαν φτάσει μέχρι εκεί και τίποτα δεν είχε γίνει. Ξέρω όμως ότι κανένα τους δεν μπήκε μέσα».

«Πιστεύετε ότι αυτό που συνέβη σε ΄σας συνέβη και στους Κράφτ;»

«Ναι.Πιστεύω ότι αυτή η οικογένεια ασχολούνταν με πράγματα που δεν έπρεπε. Ότι θυσιάζονταν και θυσίαζαν ανθρώπους σε αυτόν τον δαίμονα. Ίσως ήταν πιστοί του Σατανά, δε ξέρω.

Πιστεύω όμως ότι αυτοί κάλεσαν το πλάσμα στον κόσμο μας».

«Και πως εξηγείτε το γεγονός ότι κανένας δεν έπαθε τίποτα όσο καιρό έψαχναν για τους Κράφτ; Θέλω να πω πως υποτίθεται κυκλοφορούσε κόσμος στην έπαυλη για μήνες»

«Δεν ξέρω. Δεν έχω όλες τις απαντήσεις κ. Κέιν. Ο λόγος που σας κάλεσα είναι απλός. Ήθελα να πω σε κάποιον την ιστορία μου και επιτέλους κάποιος να με πιστέψει. Κάποιος να με ακούσει. Δεν είμαι τρελός, δεν τα βγάζω από το μυαλό μου, είπε σφίγγοντας τις γροθιές του.

Όλοι εδώ σε αυτόν τον τόπο ξέρουν κ. Κέιν.

Ξέρουν ότι κάτι δεν πάει καλά με αυτό το σπίτι κι ας κάνουν τους ανήξερους. Με αποκαλούν τρελό και από πίσω μου κάνουν τους σταυρούς τους. Ξέρω τι λένε για μένα αλλά κανένας τους δεν τολμά να μπει στον δρόμο για την έπαυλη. Κάθε χρόνο ο παπάς του χωριού αγιάζει το μονοπάτι στο δάσος. Ναι, κι ας μην το παραδέχονται.

Ο μόνος λόγος που τα λέω σε εσάς είναι γιατί δε θέλω να πεθάνω χωρίς να με έχει πιστέψει κάποιος. Η ιστορία αυτή πρέπει να μείνει ζωντανή στα μυαλά όλων και να την θυμούνται για πάντα. Αν ένας με πιστέψει πάντα θα υπάρχει κάποιος που θα προειδοποιεί τον κόσμο να μείνει μακριά από την «πύλη της Κολάσεως»

Φώναζε. Φώναζε με όση δύναμη είχε στα πνευμόνια του και ο Κέιν άθελα του, ταράχτηκε. Είδε το πρόσωπο του γέρου να φουντώνει και να κοκκινίζει επικίνδυνα. Θα του έμενε στα χέρια, αν συνέχιζε έτσι.

«Ηρεμήστε Κύριε Μπάρθ. Σας παρακαλώ…»

Ο Μπάρθ ακούμπησε πίσω στη πολυθρόνα του και έκλεισε τα τυφλά του μάτια.

«Θέλετε να φωνάξω την Αλθία;»

«Όχι, θα είχε μπει αν ήταν ανάγκη. Αυτή η γυναίκα είναι σαν τη σκιά μου. Κύριε Κέιν με συγχωρείτε. Δεν ήθελα να σας φωνάξω. Δεν ξέρω γιατί δεν επιτέθηκε σε κανέναν εκείνους τους μήνες. Ίσως οι Κράφτ είχαν κάποιο σχέδιο σε περίπτωση που αυτοί πέθαιναν. Ασχολούνταν με μαγεία Κύριε Κέιν…

Κάποια στιγμή είχα σκεφτεί κάτι που ίσως μπορέσει να βοηθήσει την δυσπιστία σας. Οι Κράφτ έμεναν στην έπαυλη μόνο το καλοκαίρι. Πότε τον χειμώνα. Και εγώ με τον Κάστωρ και τον Λεών πήγαμε εκεί καλοκαίρι. Την ημέρα που εξαφανίστηκαν οι Κράφτ ήταν η τελευταία του καλοκαιριού. Οι έρευνες διήρκησαν μέχρι τον χειμώνα. Δεν ξέρω αν έχει βάση αυτό που λέω, αλλά είναι μια θεωρία. Ξυπνά το καλοκαίρι και το χειμώνα, δε ξέρω, ίσως κοιμάται».

Ο Κέιν παρέμεινε στη θέση του για λίγα λεπτά. Όταν όμως είδε ότι ο γέρος δεν είχε σκοπό να πει κάτι ακόμα, σηκώθηκε κι έκλεισε την κάμερα. Είχε πάρει αυτό που ήθελε και ήταν έτοιμος να φύγει. Κοίταξε το ρολόι του. Είχε περάσει μόνο μια ώρα. Συνήθως έχανε περισσότερο καιρό. Ο γέρος όμως είχε πολλή οργανωμένη σκέψη. Σχεδόν σε όλη τη συνέντευξη. Έδειχνε ότι ήξερε τι ήθελε να πει και πως να το πει. Λες και το είχε προβάρει πολλές φορές. Αυτό ήταν ένα ¨φτιαχτό στοιχείο¨ για αυτόν. Απ΄ την άλλη αν πίστευε τα λεγόμενα του γέρου , είχε περάσει πάνω από είκοσι χρόνια που έλεγε και ξανάλεγε την ίδια ιστορία.

«Με πιστεύετε Κύριε Κέιν;»

«Όπως σας είπα και νωρίτερα, το θέμα είναι να…»

«Άλλο σας ρωτώ»

«Δεν είμαι εγώ αυτός που χρειάζεται να πείσετε. Χάρηκα πολύ που σας γνώρισα» είπε ακουμπώντας το χέρι του πάνω στο χέρι του ενηλικιωμένου άντρα. Στο επόμενο τεύχος θα συμπεριλάβουμε την ιστορία σας. Θα φροντίσουμε να σας στείλουμε πρώτα ένα αντίγραφο».

«Για να το διαβάσω..» του απάντησε ειρωνικά καθώς τραβούσε το χέρι του πίσω.

«Ναι φυσικά, με συγχωρείτε πολύ Κ. Μπάρθ. Δεν ήθελα να σας προσβάλω…»

«Μπορώ να σας δώσω μια συμβουλή Κ. Κέιν;» τον ρώτησε καθώς προσπαθούσε να σηκωθεί από την πολυθρόνα του.

«Φυσικά»

«Μπείτε στο αυτοκίνητό σας και γυρίστε σπίτι σας. Μη κάνετε καμία στάση…Γυρίστε στη ζωή σας. Σήμερα είναι η πρώτη μέρα του καλοκαιριού».

Ο Κέιν αρνήθηκε την συνοδεία της Αλθία. Χαιρέτησε τη γυναίκα και πήρε τον δρόμο για το αυτοκίνητό του.

Το καφενείο στη πλατεία είχε περισσότερο κόσμο εκείνη την ώρα. Σκέφτηκε να πάει να πάρει έναν καφέ για τον δρόμο αλλά τα βλέμματα των κατοίκων , τον σταμάτησαν. Τον κοιτούσαν πια χωρίς ντροπή και δεν πήραν τα μάτια τους από πάνω του μέχρι που έβαλε μπρος το αυτοκίνητο.

Λίγο προτού βγει από το χωριό σταμάτησε στο μονοπάτι που οδηγούσε στην έπαυλη. Ασυναίσθητα άπλωσε το χέρι του και χάιδεψε την φωτογραφική του μηχανή.

«Η πρώτη μέρα του καλοκαιριού ε;» είπε στον εαυτό του.

Έστριψε στο μονοπάτι με μια σκέψη στο μυαλό του. Αν ο γέρος ήθελε να αποτρέψει τον κόσμο από το να πάει στην έπαυλη των Κράφτ ίσως θα έπρεπε να μιλά λιγότερο για αυτή. Ίσως θα έπρεπε να μην δώσει αυτή τη συνέντευξη που θα μπει σε περιοδικό με αναγνώστες που ψοφούν για οτιδήποτε υπερφυσικό. Πλέον ο κόσμος δε φοβάται τόσο. Φαντάσματα και δαίμονες έχουν γίνει τροφή για τις μάζες.

Σταμάτησε το αμάξι του λίγα μέτρα από την πύλη και έβγαλε μερικές φωτογραφίες. Τις μελέτησε μερικά λεπτά και δεν έμεινε ικανοποιημένος με το αποτέλεσμα. Χωρίς να το σκεφτεί παραπάνω σκαρφάλωσε την πύλη και βρέθηκε στην αυλή.

Το μονοπάτι προς την είσοδο δεν υπήρχε πια. Τα αγριόχορτα έφταναν μέχρι τα γόνατά του και σκόνταψε σε μια κοτρόνα που είχε καμουφλαριστεί μέσα στην ανεξέλεγκτη φύση. Σηκώθηκε βλαστημώντας και συνέχισε πιο προσεχτικά ως την πόρτα.

Προσπέρασε ένα σκουριασμένο ποδήλατο αλλά έκανε ότι δεν το είδε. Ανέβηκε τα σκαλιά κρατώντας την ανάσα του και βρέθηκε μπροστά στην ανοιχτή πόρτα.

Την στιγμή που ο Κέιν έφευγε από την πλατεία, ο Μπάρθ, αγνοώντας τα παρακάλια της Αλθία προχωρούσε προς δάσος. Η γυναίκα δεν είχε άλλη επιλογή από το να τον ακολουθήσει. Πέρασαν τα σπίτια και μπήκαν στο δάσος. Πέρασαν την βελανιδιά που κάποτε έκρυβε τα τσιγάρα του και η Αλθία άκουσε τη μηχανή ενός αυτοκινήτου να πλησιάζει.

«Το ήξερες..» είπε στον Μπάρθ που αγκομαχούσε δίπλα της.

Το φαντάστηκα, της απάντησε. Πρέπει να τον προλάβουμε. Συνέχισαν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν.

Ο Μπάρθ περπατούσε με δυσκολία αλλά με απόλυτη σιγουριά για το που πήγαινε. Το σώμα του θυμόταν ακόμα τη διαδρομή.

«Δεν ακούω το αμάξι» του είπε η Αλθία.

«Έφτασε, έφτασε»

Ο Κέιν είχε σταματήσει ακριβώς έξω από την ανοιχτή πόρτα. Κρατούσε σφιχτά την φωτογραφική του αλλά δεν τολμούσε να βγάλει φωτογραφίες.

Δυσκολευόταν να ανασάνει, να προχωρήσει. Μια απαίσια οσμή ερχόταν από το εσωτερικό του σπιτιού, ακριβώς όπως του είχε περιγράψει ο γέρος.

Σκέφτηκε ότι όλα αυτά ήταν βλακείες και ότι τον είχε επηρεάσει η ιστορία του Μπάρθ. Δεν υπήρχαν δαίμονες και πλάσματα από άλλους κόσμους. Δεν υπήρχε τίποτα μέσα σε εκείνη την παλιά έπαυλη που είχε αρχίσει να διαλύεται από τα χρόνια. Ήταν σίγουρος για αυτό.

«Μη μπεις» άκουσε τη φωνή του γέρου πίσω του αλλά προσποιήθηκε ότι δεν την άκουσε.

Θαύμασε την επιμονή του άντρα. Είχε σηκώσει το ετοιμόρροπο κορμί του και τον είχε ακολουθήσει.

Έριξε μια ματιά πίσω του προτού κάνει το πρώτο βήμα και γέλασε ειρωνικά. Είδε τον τυφλό γέρο να στέκεται στη πύλη και δίπλα του την Αλθία μαζί του.

Τίποτα δεν υπήρχε εκεί. Το ήξερε.. Μόνο νεκρά ζώα… Αν ήταν λίγο πιο αναίσθητος θα το φώναζε στον γέρο. Θα του έλεγε ότι η ιστορία του ήταν ένα ψέμα. Ένα φτηνό κατασκεύασμα. Μία κλισέ ιστορία για βραδιές τρόμου. Δεν το έκανε όμως. Ήταν επαγγελματίας άλλωστε. Και άνθρωπος με λογική και εμπειρία.

Μπήκε στο εσωτερικό , κλείνοντας τη μύτη του. Κοίταξε τους άδειους τοίχους που είχαν μαυρίσει από την υγρασία έκανε μερικά βήματα.

Ο Μπάρθ του φώναζε ακόμα απ ΄έξω ενώ η Αλθία προσπαθούσε να τον ηρεμήσει αλλά χωρίς επιτυχία. Όταν όμως άρχισε να τρέμει η γη, τότε πια σταμάτησε.

«Ξύπνησε» ψιθύρισε ο Μπάρθ καθώς οπισθοχωρούσε. «Ξύπνησε… πρέπει να φύγουμε»

«Κύριε Κέιν! φώναξε η γυναίκα. «Κύριε Κέιν»

Κόλλησε το πρόσωπό της ανάμεσα από τα κάγκελα της πύλης και κοίταξε το άνοιγμα της πόρτας.

Μπορούσε να διακρίνει τη φιγούρα του αλλά τίποτε άλλο. Τον περιέβαλε ένα πυκνό και βαρύ σκοτάδι. Ο Μπάρθ πίσω της, φώναζε να φύγουν.

Μια κραυγή -δεν ήταν ανθρώπινη για αυτό ήταν σίγουρη- ερχόταν από το άνοιγμα της πόρτας αλλά ταυτόχρονα κι από όλο το σπίτι. Από τα σπασμένα παράθυρα του πάνω ορόφου και του υπογείου. Από τα θεμέλια και από τα ίδια τα τούβλα που κρατούσαν το σπίτι.

Ο Κέιν είχε χαθεί από το οπτικό της πεδίο. Εκείνο το σκοτάδι τον είχε καλύψει ολόκληρο. Φώναξε ξανά και ξανά το όνομα του δημοσιογράφου αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Άκουσε τα ουρλιαχτά του όμως.

Το τελευταίο πράγμα που είδε ο Μπάρθ καθώς έμπαιναν στο δάσος, ήταν δύο κόκκινες λάμψεις σα μάτια.

Καθώς προχωρούσαν οι φωνές του Κέιν άρχισαν σιγά σιγά να χάνονται.

Ο Μπάρθ ήξερε ότι ήταν πια αργά. Είχε προσπαθήσει και το μόνο που επιθυμούσε ήταν να ξεκουραστεί. Του είχε πει να μην έρθει εδώ. Τον είχε προειδοποιήσει. Σε όλους το είχε πει. Η Αλθία παραμιλούσε δίπλα του. Έλεγε για αστυνομίες και ασθενοφόρα. Ήθελε να της πει ότι δεν είχε πια σημασία.

«Μπάρθ…τι είναι αυτό;»

Εκείνος έσυρε τα βήματά του ως τη βελανιδιά και εκεί σωριάστηκε χωρίς να της πει τίποτα. Οι κραυγές του Κέιν δεν ακούγονταν πια.

Έκλαψε σαν μικρό παιδί με λυγμούς. Ένα μυρμήγκιασμα απλώθηκε σε όλη του την αριστερή πλευρά. Ένας οξύς πόνος χτύπησε το στήθος του κάνοντας όλους τους ταλαιπωρημένους μύες του κορμιού του να σφιχτούν.

Είχε έρθει επιτέλους η σειρά του. Περίμενε μια ολόκληρη ζωή για αυτή τη στιγμή φοβισμένος και μόνος μέσα στον εφιάλτη του. Και τώρα είχε έρθει. Μόνο που δεν ήταν πια φοβισμένος. Όχι δεν ήταν. Και δεν ήταν μόνος.

«Αλθία…με πιστεύεις;» τη ρώτησε και με κάθε ανάσα ο πόνος τον έκοβε στα δύο.

«Μπάρθ..Μπάρθ! Είσαι καλά»

«Με πιστεύεις…»

«Μπάρθ συγνώμη υπάρχει όντως κάτι εκεί μέσα, κάτι ζει εκεί μέσα. «Ο Κέιν! Δεν ακούω τις κραυγές του»είπε σφίγγοντας τους αδύναμους ώμους του άντρα.

«Δεν έπρεπε να του πεις αυτή την ιστορία…»

«Αλθία συγνώμη. Σε αφήνω με αυτό το βάρος όμως είναι δικό σου. Εσύ είδες και πίστεψες»

«Μπάρθ πρέπει να φέρω βοήθεια»

Ο Μπάρθ ήθελε να της πει ότι δεν είχε πια σημασία. Το τέλος είχε έρθει για αυτόν και ΄τίποτα δεν θα τον έσωζε. Το στόμα του όμως δεν υπάκουγε. Ένιωσε τα χείλια του τα τραβιούνται στο πλάι. Ένας οξύς πόνος τον χτύπησε στο στήθος. Βόγκηξε αδύναμα και άφησε το κορμί του να κυλήσει στο χώμα.

«Επιτέλους» της είπε με μια τελευταία πνοή κι αφέθηκε στο σκοτάδι τον πιο παλιό και  καλό του φίλο.

Ήταν πια ελεύθερος.

Σοφία Παππά

 

 ένθετη φωτογραφία: “Meni Seiridou photography

 “Διαβάστε και άλλα ebooks Script & Art