Ο Φώτης, διέσχισε γρήγορα το δρόμο κοιτώντας με τις άκρες των ματιών του αριστερά και δεξιά. Η βροχή δυνάμωνε, δυσκολευόταν να δει που να περπατήσει κι άρχισε να παραπατά μέσα στα λασπόνερα. Θα μπορούσε να μείνει σπίτι ίσως, σκέφτηκε, όμως η καθημερινή του βόλτα να κατεβαίνει με τα πόδια ευθεία κάτω την οδό Μπότσαρη και να καταλήγει στη παραλία, ήταν αγαπημένη συνήθεια χρόνων. Έκανε περαντζάδα δίπλα στη θάλασσα και τη χάζευε – εδώ που τα λέμε έριχνε και μια ματιά στα κορίτσια που περνούσαν δίπλα του-.

Οι γυναίκες είναι το πάθος του. Τις λάτρευε και τις λαχταρά μέχρι και σήμερα. Ονειρευόταν πως κάθε μια απο αυτές είναι δική του. Είχε βέβαια παντρευτεί την Τασούλα. Μια καλή γυναίκα, λίγο αφελής, λίγο χαζή… Ο Φώτης με δυο λόγια, υπήρξε πάντα γυναικάς. Έπαιζε το μάτι του, μερικές μάλιστα φορές άπλωνε και το χέρι του. Χήρος εδώ και τέσσερα χρόνια τώρα, είχε βαρεθεί να αρκείται μόνο στο μάτι.

Είχε φάει καλή μοναξιά αυτά τα τέσσερα χρόνια. Καλή η ανεξαρτησία και το κέφι του, αλλά πολλές φορές βάραιναν οι τοίχοι γύρω του. Τον έπνιγαν, τον κούραζε η σιωπή. Τον θύμωνε το ένα πιάτο, το ένα πιρούνι, το ένα ποτήρι πάνω στο τραπέζι. Κάποιες φορές μέσα στην ησυχία της μοναξιάς του, έρχονταν απρόσκλητες εικόνες από το παρελθόν του. Εικόνες, που δεν ήθελε με τίποτα να σκέφτεται. Η πόρτα τον καλούσε να την ανοίξει, να πάρει μια βαλίτσα και να φύγει. Ένα ταξίδι, να φάει εκεί όλη του τη σύνταξη. Χρόνια ταχυδρόμος στα ΕΛΤΑ, τον έφαγαν οι δρόμοι και πουθενά αλλού δεν είχε πάει. Τώρα ήταν η ώρα. Να γλιτώσει απο τις εικόνες. Απο το ένα πιάτο, το ένα πιρούνι… Κάπου αλλού. Αλλά μόνος; Και εκεί μοναξιά δεν θα την άντεχε.

Ο Φώτης συνέχιζε το δρόμο χαμένος στις σκέψεις του όταν ξαφνικά έγινε μούσκεμα! Το αυτοκίνητο που πέρασε γρήγορα δίπλα του εκσφενδόνισε μια πλούσια δόση λασπόνερων κατά πάνω του. Σιχτίρισε δυνατά και έστριψε στο πρώτο στενό, να αποφύγει τον πολυσύχναστο δρόμο – αλλά και την περίπτωση να τον βρέξουν για δεύτερη φορά! Προχώρησε βαριά βρίζοντας, όταν σχεδόν έπεσε πάνω του! Ένα ταξιδιωτικό γραφείο!

Ένα γραφείο μικρό, όχι πολύ μοντέρνο. Λίγες αφίσες με ελληνικά τοπία, πέντε χαρτιά κολλημένα στο τζάμι με προσφορές ταξιδιών, ένα γραφείο παλιό μα γεμάτο υποσχέσεις. Ήταν αυτό το σημάδι που περίμενε; Σίγουρα ο δρόμος δεν είναι το καταλληλότερο μέρος για να σταθεί κανείς με τόση βροχή όμως αυτό το μικρό γραφείο μοιάζει στα μάτια του πραγματικό καταφύγιο. Μήπως λοιπόν ήταν αυτό το θαύμα, το κλικ που θα τον έκανε να πάρει μια βαλίτσα να φύγει για το άγνωστο; Για δευτερόλεπτα δείλιασε. Δεν ήξερε τι να κάνει. Τα πόδια του σαν βαρίδια καρφώθηκαν στο πεζοδρόμιο.

Κοίταξε απεγνωσμένα τα φυλλάδια με τις προσφορές σαν να αναζητούσε μια λέξη, ένα κίνητρο για να κάνει το βήμα. Αυτό το κλικ για να προχωρήσει προς το γραφείο και να γίνει το όνειρο πραγματικότητα. Ώσπου το κλικ ξεπρόβαλε μόνο του πίσω από τα πακέτα προσφορών! Τα μάτια του Φώτη κόλλησαν σε μια γυναίκα με έντονα ξανθά μαλλιά, κόκκινα χείλη ασορτί με τα νύχια. Τα κατακόκκινα νύχια της ήταν αυτά που του τράβηξαν την προσοχή καθώς αυτή δακτυλογραφούσε γρήγορα. Μια γυναίκα που έμοιαζε να βγήκε από περιοδικό περασμένης μόδας.

Την κοίταξε λαίμαργα, σαν το αρπακτικό   που έχει βάλει στόχο την τροφή του και είναι έτοιμο να ορμίσει. Αυτή η γυναίκα του έκανε κλικ. Κάτι του έβγαζε και το σώμα του ενεργοποιούνταν. Το αίμα ανέβηκε απότομα στο κεφάλι του. Αποφάσισε γρήγορα. Δεν υπήρχε καιρός για χάσιμο. Η σκέψη ήρθε στο μυαλό του αυτονόητη, σαν να γνώριζε από πάντα ότι αυτό ήθελε να κάνει.

Μπήκε στο γραφείο με αυτοπεποίθηση, με ύφος κατακτητή χωρίς να δίνει σημασία στη βρεγμένη του όψη. Κάθισε επιβλητικά απέναντι της και συστήθηκε με στόμφο. Στιγμή δεν σκέφτηκε ότι δε θα καταφέρει τον στόχο του. Πάντα έπαιρνε αυτό που ήθελε.

Η Μαρίνα χτυπούσε με τα κόκκινα νύχια της το πληκτρολόγιο του υπολογιστή, αρχειοθετώντας τα ονόματα των λιγοστών ξενοδοχείων που δούλευε εδώ και εννιά χρόνια – μια δουλειά που εν μέρει της ταίριαζε-. Σε ένα γραφείο μόνη της τον περισσότερο καιρό πίσω από ένα υπολογιστή, χωρίς να χρειάζεται να πάει πουθενά, χωρίς να χρειάζεται να μιλάει με πολύ κόσμο -μιας και το γραφείο ήταν μικρό και δεν είχε μεγάλη πελατεία-. Ο κόσμος ποτέ δεν ήταν το φόρτε της. Δε μιλούσε πολύ, κλεισμένη στον εαυτό της, τα μοναδικά ενδιαφέροντα της ήταν να βάφει τα νύχια της και να διαβάζει περιοδικά. Με τη δουλειά δεν είχε ταξιδέψει ποτέ. Εκείνη κανόνιζε ταξίδια για άλλους, ποτέ για αυτήν. Δεν της αρέσουν τα ταξίδια, τα ξένα μέρη, ο συνωστισμός, οι άνθρωποι. Ένα ταξίδι έκανε παλιά, από το χωριό στην Θεσσαλονίκη και εκεί έμεινε.

Όταν πρωτοήρθε δεν έκανε φίλους. Ένα κορίτσι χωρίς δυναμική, βαθιά εσωτερικό, ζούσε και πορευόταν μόνη της. Μια σχέση είχε κάνει πριν από τα τρία χρόνια και αυτή τυχαία και μέσα από ακατανόητες συμπεριφορές και αψυχολόγητες διακυμάνσεις, έληξε άδοξα. Από τότε μόνη ξανά κυλούσε η καθημερινότητα της, η ρουτίνα της. Η μόνη της ασχολία και ευκαιρία για συναναστροφή ήταν η επίσκεψη της στο κομμωτήριο της γειτονιάς. Ανελλιπώς, δυο φορές το μήνα, έβαφε το μαλλί της ξανθό και το χτένιζε επιμελημένα παλιομοδίτικα. Τα νύχια της πάντα κόκκινα, της είχε μείνει κατάλοιπο από την μάνα της, λες και ήθελε μόνο αυτό να κρατήσει από αυτήν. Αν και δεν είχαν πια επαφές, η Μαρίνα πάντα θεωρούσε ότι η μάνα έβαφε τα νύχια της κόκκινα σαν από αυτό να εξαρτιόταν όλη η θηλυκότητά της. Με τη μάνα της είχε χαλάσει η σχέση τους από τη στιγμή που τους παράτησαν όλους ένα βράδυ καλοκαιριού και έφυγαν από το χωριό. Από εκείνο το βράδυ άλλαξαν πολλά μέσα της. Αλλά όχι τα κόκκινα νύχια.

Αχ αυτή η μάνα της! Η Μαρίνα δεν μπορούσε να απαλλαχθεί από την θύμηση της όσο κι αν ήθελε να τελειώνει με αυτήν. Ήταν κοντή γυναίκα αλλά με σώμα δυνατό, πάντα περιποιημένη, πάντα κοκέτα. Γνήσιο θηλυκό, που λένε! Τα μαλλιά της τα είχε βαμμένα ξανθά και χτενισμένα φουντωτά, να φαίνονται, να ψηλώνει, μαζί μ’ αυτά και το εγώ της. Το χαρακτηριστικό της όμως ήταν άλλο. Τα μεγάλα, έντονα, πρόστυχα κόκκινα νύχια της. Ποτέ δεν τα είχε βάψει με άλλο χρώμα.

Έτσι κι η Μαρίνα. Σ’ αυτό το χρώμα έβλεπε τη Γυναίκα, το αιώνιο θηλυκό. Την Γυναίκα που ζούσε με ελευθερίες χωρίς υποχρεώσεις, χωρίς βάσανα, χωρίς δεύτερες σκέψεις. Μια έννοια που έχασε γρήγορα και απότομα, μια θέση που ποτέ δεν μπήκε, μια ουσία που αποποιήθηκε νωρίς. Το μόνο που μπορούσε πλέον να κάνει, που είχε τη δύναμη να τολμήσει, ήταν τα όμοια νύχια της. Τη μόνη σύνδεση με το παρελθόν της, με όλες τις ξέγνοιαστες μέρες πριν απο εκείνο το μοιραίο καλοκαίρι. Ο τελευταίος συνδετικός κρίκος με ό,τι παλιό και λυπηρό. Μια υπενθύμιση μορφών, της μάνας, της νύχτας, της Μαρίνας εκείνης…Τα κόκκινα νύχια της ζωής που δεν είχε, που δεν πρόλαβε να διεκδικήσει.

Ο Φώτης την κοιτούσε στα χείλη της, στο λαιμό της, κι έπειτα βαθιά μέσα στα μάτια, με ένα γλοιώδες ύφος.

«Θέλω να ταξιδέψω. Θέλω ένα μέρος εξωτικό. Ακόμα και Ελλάδα να είναι. Αλλά να μην είναι πόλη. Όχι άλλη γκρίζα μουντή γεμάτη κίνηση και τρέξιμο πόλη. Θέλω θάλασσες, παραλίες, φαγητά, ποτά και ήλιο. Θέλω να πάω κάπου και να το γλεντήσω, αν καταλάβατε δεσποινίς τι εννοώ», είπε με ένα τρόπο σαν να ήθελε να τον λυπηθούν.

Η τελευταία φράση του ακούστηκε πρόστυχη, γεμάτη υπονοούμενα. Η Μαρίνα τον κοιτούσε υπνωτισμένη, σχεδόν χαμένη. Οι σκέψεις περνούσαν γρήγορα στο μυαλό της. Με παγωμένο βλέμμα και με παλμούς που είχαν σταματήσει απότομα, έψαξε μηχανικά στον υπολογιστή της ένα πακέτο ταξιδιού κατάλληλο για τις ορέξεις του άντρα που είχε απέναντι της. Πρότεινε τη Ρόδο, ένα ταξίδι που ίσως ικανοποιούσε τον άντρα που την έτρωγε με τα μάτια του.

« Υπέροχα! Μ’ αρέσει η ιδέα. Δεν έχω πάει και έχω ακούσει για τι σόι διακοπές γίνονται εκεί. Κλείσε μου ένα εισιτήριο βέβαια. Ωραία μου δεσποινίς είμαι μόνος, χήρος εδώ και χρόνια. Το ξέρω είναι λυπηρό. Κι εγώ πια βαρέθηκα όμως. Θέλω μια συντροφιά, μια όμορφη παρέα. Να το γλεντήσουμε, όπως σου είπα πριν. Μια γυναίκα όμορφη να με συντροφέψει να διασκεδάσουμε μαζί.»

Τα μάτια του γυάλιζαν και το στόμα του είχε γεμίσει σάλια. Πετούσε τις λέξεις χωρίς ντροπή, σαν κάτι το φυσιολογικό. Ήδη στο μυαλό του σχηματίζονταν εικόνες όπου την έκανε δική του. Ακόμη ένα στοίχημα για τον Φώτη.

«Ακούστε με. Θέλω να σας κάνω μια πρόταση. Το ξέρω ότι μπορεί να σας προσβάλει, να σας σοκάρει. Είναι μια πρόταση που πρώτη φορά θα ακούσετε στη ζωή σας και θα σας εκπλήξει ίσως το θράσος μου. Όμως, σας είδα απ’ έξω καθώς περνούσα και με μαγέψατε. Με καθηλώσατε να σας κοιτάζω και να μη σας χορταίνω. Μου αρέσετε. Πολύ. Σχεδόν σας λατρεύω χωρίς να σας ξέρω. Κάτι μέσα μου ξύπνησε, σαν από λήθαργο. Ξέρω πως αυτό που σκέφτηκα είναι αδιανόητο αλλά έστω και τώρα στα «πίσω πίσω» της ζωής μου, είπα θα το τολμήσω, όπως τολμούσα πάντα και άρπαζα αυτό που ήθελα. Θέλω να έρθετε μαζί μου σ’ αυτό το ταξίδι. Όλα τα έξοδα δικά μου. Ελάτε μαζί μου, να ταξιδέψουμε, να γνωριστούμε, να διασκεδάσουμε. Ελάτε σ’ αυτό το ταξίδι και θα δείτε ότι θα είναι ένα ταξίδι ζωής.»

Δεν τον αναγνώρισε εξ αρχής. Ο άντρας που μπήκε στο γραφείο, ένας μεσήλικας, μετρίου αναστήματος χωρίς καμιά περίοπτη ομορφιά αλλά με ύφος μάγκικο, με ξεπερασμένα ρούχα, ατημέλητα και βρεγμένα, κάθισε απότομα απέναντί της. Όταν της συστήθηκε με ύφος, τότε τον κοίταξε καλά. Η Μαρίνα είδε τα μάτια του. Αυτά τα μάτια τα ήξερε. Τα αναγνώρισε και κατάλαβε πολύ καλά την συνέχεια. Τα μάτια του άντρα αυτού ήταν αποτυπωμένα, χαραγμένα μέσα της. Μια σειρά από επώδυνες εικόνες που για χρόνια ξεπρόβαλαν μπροστά της σα σκηνή από ταινία. Εικόνες του τότε.

Ήταν Δεκαπενταύγουστος. Το πανηγύρι στο χωριό καλά κρατούσε. Είχαν περάσει μεσάνυχτα και τα όργανα έπαιζαν γρήγορους ρυθμού. Ο κόσμος χόρευε ως αργά χωρίς σταματημό. Η μάνα της γελούσε σαν μεθυσμένη και γέμιζε συνέχεια με κρασί τους φαντάρους που είχαν έρθει από το κοντινό στρατόπεδο για το πανηγύρι. Η Μαρίνα παρατηρούσε αμίλητη τη μάνα της να μιλάει με έναν ψηλό που είχε κάτσει δίπλα και μονοπωλούσε το ενδιαφέρον της. Δίπλα σε αυτόν καθόταν ένας φαντάρος με μεγάλα καστανά μάτια που κοίταζε τη Μαρίνα. Χωρίς δισταγμό άρχισε να της μιλάει και να τη ρωτάει γιατί δε χορεύει. Η Μαρίνα δεν του απάντησε. Αρκέστηκε μόνο στο να του γυρίσει τη πλάτη θυμωμένα. Ο φαντάρος δεν ήθελε να μιλήσει στη μάνα. Αυτή ήταν εύκολη. Μπορούσε να την έχει όποτε ήθελε. Ενώ η μικρή… ήταν σα στοίχημα γι’ αυτόν. Νευρίασε με τον τρόπο της. Δεν είχε μάθει να χάνει και ειδικά γυναίκες.

Ένα τραγούδι χρειάζονταν μόνο η μάνα της για να σηκωθεί και να χορέψει σηκώνοντας τη φούστα της. Και έτσι κι έγινε. Χόρευε με πάθος, με κινήσεις τέτοιες που σαν σειρήνα καλούσε τους άντρες να έρθουν κοντά της. Δεν ένιωθε ντροπή παρά μόνο απόλαυση χωρίς να υπολογίζει συνέπειες. Η Μαρίνα αγανάκτησε, σηκώθηκε να φύγει, δε μπορούσε άλλο να βλέπει. Περπάτησε τον χωματόδρομο ευθεία κάτω από τη πλατεία, πέρασε τους δυο ανεμόμυλους και έστριψε στο σκοτεινό καλντερίμι πίσω από τους στάβλους. Ούτε κατάλαβε πως την τύλιξαν δυο χέρια.

Τα χέρια αυτά λίγα δευτερόλεπτα μετά της έκλεισαν το στόμα και με δύναμη την έριξαν κάτω στο χώμα. Χτυπούσε και χτυπιόταν … Έκανε τα πάντα αλλά το βάρος του αντρικού σώματος που έπεσε πάνω της   την έκαναν να πάψει να σπαρταράει. Με λαιμαργία την φιλούσε στο λαιμό. Προσπάθησε για λίγο να φωνάξει. Εκείνος, με το ένα χέρι της εγκλώβισε τα χέρια και με το άλλο έσκισε το πουκάμισο και της ανέβασε τη φούστα. Εκεί κόπηκε η φωνή της. Το μόνο που θυμάται ήταν ο ήχος από τα αγκομαχητά του και δυο μάτια που την σκότωναν με το βλέμμα τους. Την επόμενη μέρα ήταν η ζωντανή νεκρή του χωριού κι η μάνα με τα κατακόκκινα νύχια την πήρε και έφυγαν για πάντα από το χωριό.

Τον αναγνώρισε. Ήταν αυτός. Αυτός πάλι όχι. Καλύτερα. Η καρδιά της έχασε ένα χτύπο και το μυαλό της πάγωσε. Καθόταν μπροστά της αυτός που έκανε τη ζωή της μισή, που την διέλυσε. Ανατρίχιασε και το μόνο που άκουγε ήταν οι ήχοι εκείνης της ζεστής βραδιάς. Κι έπειτα τον έβλεπε να ζει, χαρούμενος, ολοκληρωμένος κι αυτή τόσα χρόνια μισή…

Για κάποια λεπτά δεν ήξερε πώς να τον αντιμετωπίσει. Για λίγα λεπτά μπερδεύτηκε τι έπρεπε να κάνει. Της πρότεινε ένα ταξίδι μαζί. Ήταν φανερό. Δεν είχε μετανιώσει για τίποτα, για καμιά του πράξη.

«Λοιπόν; Θέλετε να έρθετε σ’ αυτό το ταξίδι μαζί μου;»

Πάτησε δυνατά, με τρεμάμενα δάχτυλα το κουμπιά στο πληκτρολόγιο του υπολογιστή της. Έψαχνε με άδεια μάτια τις προσφορές και τα διάφορα μέρη δίνοντας της χρόνο να συνειδητοποιήσει τη μοιραία συνάντηση, να σκεφτεί την συνέχεια της. Τα κόκκινα νύχια δυνατά έτρεχαν πάνω στο μαύρο πληκτρολόγιο κάνοντας λάθη συνέχεια. Ένιωσε τον λαιμό της ξηρό, στεγνό. Το ταβάνι την πλάκωνε και η θύμηση της καλοκαιρινής νύχτας ήρθε μπροστά της σαν να έγινε χθες. Μικρές, μεμονωμένες εικόνες σαν φωτογραφίες παλιές που την κατακλύζουν Ακόμα θυμάται το μεθυσμένο γέλιο της μάνας της. Τις κοφτές ανάσες και το βάρος του αντρικού σώματος που έπεφτε πάνω της. Τους μακρινούς ήχους από το κλαρίνο και τη μυρωδιά από νυχτολούλουδα. Κι έπειτα, τα κόκκινα νύχια της μάνας που χάιδευε γλυκά και πρόστυχα το μάγουλο του φαντάρου.

Πάτησε οργισμένα κι απότομα το enter με μανία, όταν -λες και τη χτύπησε κεραυνός, λες και την τσίμπησε κάποιος δυνατά- ένιωσε τον πόνο στο ακροδάχτυλο. Κοίταξε: ένα από τα κόκκινα νύχια είχε σπάσει. Άτσαλα είχε μείνει σχεδόν μισό. Το χρώμα ξεθώριασε στην άκρη, έγινε τραχύ, σκληρό και το δάχτυλο άσχημο πια έμοιαζε ανόμοιο με τα άλλα. Μαζί, έσπασε και καθετί που το κρατούσε χρόνια μέσα της. Κάθε παλιό. Κάθε συνήθεια, κάθε μάνα με κατακόκκινα νύχια. Ξαφνικά ξύπνησε. Πήρε ανάσα. Η μέρα σαν να άλλαξε και ξεκίνησε μια άλλη και μαζί μια άλλη ζωή, χωρίς μάνες, χωρίς καλοκαίρια, χωρίς αισθήσεις παλιές. Τώρα ήταν μια άλλη. Σαν να άκουσε μια φωνή μέσα της να τις ψιθυρίζει το σωστό, το ασπράδι των ματιών της κοκκίνισε. Αυτό το κόκκινο της ταίριαζε. Η φωνή της έγινε βαριά, προσεκτική, αμείλικτη.

« Θα έρθω αγαπητέ κύριε…»

Θα πήγαινε μαζί του. Κατάλαβε μέσα της τι έπρεπε να κάνει. Ποια θα ήταν η τελευταία πράξη σε εκείνη την αυγουστιάτικη νύχτα. Μπορεί να πέρασαν χρόνια από τότε αλλά ήρθε η στιγμή της. Λες και το ήξερε από τότε ότι κάποια στιγμή θα έδινε τέλος σε μια ζωή που την τυράννησε. Την δική της, τη δική του. Θα πήγαινε μαζί του λοιπόν. Δε βρήκε ακόμα το σχέδιο, ούτε ήξερε το πως θα έδινε το τέλος του. Η κάθαρση της   μαζί και το δικό τέλος θα ερχόταν εκεί, σε ένα ταξίδι. Σε ένα μοναδικό και τελευταίο ταξίδι. Το ταξίδι της ζωής της.

 

Νεοχωρίδου Ιωάννα