Θεσσαλονίκη, 10/5/2018.

Ημέρα Τρίτη.

Μια γυναικεία κραυγή στο προαύλιο της ψυχιατρικής κλινικής σπάει τη σιωπή της σκοτεινής, βροχερής νύχτας. Οι νοσοκόμοι τρέχουν στο προαύλιο κι εγώ στην αντίθετη προς αυτούς κατεύθυνση έτοιμος να δραπετεύσω για να γευτώ την ελευθερία.

Πώς άρχισαν και πώς τελείωσαν όλα; Πώς βρέθηκα εδώ;

Αναμνήσεις νεκρές. Φώτα. Πόνος. Σκοτάδι. Ηρεμία. Χάος.

Ένα γραφείο. Ένα ντιβάνι, μια πολυθρόνα, μία φωνή και το τικ τακ τικ τακ του ρολογιού.

«Περιμένεις πραγματικά να το πιστέψω;»

«Τικ Τακ Τικ Τακ. Ναι. Λέω αλήθεια»

« Ότι σε καίει το φως την ημέρα;»

«Ναι με καίει το φως την ημέρα. Δε μπορώ να κυκλοφορήσω στο φως. Μόνο νύχτα μπορώ να βγω»

«Από πότε;»

«Όπως είπαν οι γιατροί, οι άνθρωποι που πάσχουν από αυτή την ασθένεια είναι κυρίως άνδρες. Το αίμα μεταφέρει ζωτικής σημασίας ενισχυτικές δυνάμεις. Μήπως σας κουράζω;   Καλοσύνη σας! συνεχίζω τότε. Α, όχι ευχαριστώ δε θα πάρω κάτι. Ή μάλλον ναι, ένα ποτήρι ζεστό αίμα θα ήταν ο,τι πρέπει, ευχαριστώ.

Πολλές φορές λοιπόν όλα ξεκινούν από ένα γεγονός-κλειδί που συνέβη στην παιδική ηλικία του ατόμου. Πολύ πιθανόν μία τυχαία κατάποση αίματος- όπως συνέβη σε εμένα -για να πυροδοτήσει την ασθένεια».

«Υποστηρίζεις λοιπόν ότι σε καίει ο ήλιος την ημέρα και έχεις ανάγκη να πιεις αίμα για να τραφείς μιας και τίποτα άλλο δεν σε ξεδιψάει και χορταίνει;»

«Τικ τακ τικ τακ. Σωστά»

«Την κοπέλα εσύ τη σκότωσες;»

«Εγώ. Το είχα ανάγκη. Καταλαβαίνετε. Πρόκειται περί ιδιομορφίας μου καθαρά λόγω τυχαίου γεγονότος. Μπορεί να συμβεί στον καθέναν. Σας βεβαιώ»

«Καταλαβαίνω. Όπως το σαρκοφάγο πρέπει να σκοτώσει την λεία του για να τραφεί.»

«Έτσι. Έτσι ακριβώς. Χαίρομαι πολύ που με κατανοείτε. Απολύτως φυσιολογικό, καταλαβαίνετε»

«Οπότε δε μπορεί να σε κατηγορήσει κάποιος ακριβώς για φόνο».

«Με κατανοείτε όλο και περισσότερο ….»

«Το γνωρίζετε αγαπητέ πως όλο αυτό φαντάζει ως η αχαλίνωτη φαντασία κάποιου σεναριογράφου;»

«Δεν είναι όμως γιατί δόντια υπερφυσικά και τεράστια νύχια προφανώς δεν υπάρχουν -το βλέπετε άλλωστε-, αλλά το φως της ημέρας με καίει, με καίει αφάνταστα. Μόνο το φως της λάμπας αντέχω. Και δε σας το κρύβω ότι το μόνο που με ξεδιψάει και με χορταίνει είναι το αίμα.Κατά τη διάρκεια της ενηλικίωσης, το αίμα, η παρουσία του, η κατανάλωσή του δημιουργούν μια αίσθηση δύναμης και ελέγχου. – Όχι όχι, ευχαριστώ, δε διψάω-. Το σύνδρομο λοιπόν ξεκινά με κατάποση του αίματος του ίδιου του ατόμου και συνεχίζει με κατανάλωση αίματος από άλλα πλάσματα. – Εντάξει αφού επιμένετε θα το πιω ένα ποτηράκι- Καταλαβαίνετε λοιπόν πως δεν πρόκειται περί ασθένειας δηλαδή αλλά περί μιας απλής ιδιομορφίας που ξεκινά από εντελώς τυχαίο γεγονός. Μπορεί να συμβεί στον καθένα.

«Οπότε βάση   πορισμάτων των συναδέλφων, δεν πάσχεις από κάποια διαταραχή μυαλού ή εν πάσει περιπτώσει κάποια ψυχική αρρώστια. Είσαι υγιέστατος και κατά μία έννοια δεν χρειάζεται να βρίσκεσαι εδώ, σωστά;»

«Χαίρομαι που το αντιληφθήκατε».

«Θα φροντίσω να έχεις πρόσβαση στο δωμάτιο σου σε κουνέλια. Σoυ αρέσει το αίμα από κουνέλια;»

«Εξαίρετο! Δεν είναι βέβαια το γκουρμέ που συνηθίζω όμως καλοσύνη σας να μου εξασφαλίσετε αίμα κουνελιού. «Το εκτιμώ βαθύτατα».

Η επόμενη μέρα με βρήκε στην απομόνωση, συντροφιά με τα φρεσκοσκοτωμένα γύρω μου κουνέλια κι εμένα χορτάτο πλάι τους να κλείνω τα μάτια χαμένος στις σκέψεις μου, μέχρι τη δύση του ήλιου. Τότε θα συνεχίζονταν η γνωστή πλέον διαδικασία με τον γνωστό νοσοκόμο της κλινικής, αυτόν με το γνωστό άγρυπνο βλέμμα   που μπήκε στον γνωστό θάλαμο για μια ακόμα φορά προκειμένου να με οδηγήσει στο γραφείο του ψυχαναλυτή μου.

Το μαρτύριο της γνωστής ψυχανάλυσης συνεχίστηκε.

«Τι θυμάσαι, πώς κατέληξες εδώ; Παιδικά χρόνια; Ένα ποτηράκι αίμα και σήμερα;»

«Φοβάμαι μη καταχραστώ την καλοσύνη σας αλλά ένα ακόμα θα το πινα ευχαρίστως. Eδώ λοιπόν κατέληξα όταν τους σκότωσα όλους γύρω μου. Συγγενείς, φίλους, γονείς… Όλους, καταλαβαίνετε τι εννοώ, με δυο λόγια κανείς δεν έμεινε. Μπορεί να συμβεί στον καθένα».

«Πες μου τα όλα από την αρχή»

«Συνέβη σε πολύ μικρή ηλικία ξέρετε, 4-5 ετών, δε θυμάμαι ακριβώς. Τα πράγματα ήταν πολύ, πολύ δύσκολα. Αδύνατον να προσαρμοστώ στο φως. Το δέρμα μου έκαιγε. Οι δερματολόγοι δεν είχαν λύση. Καμία θεραπεία. Απολύτως καμία σας λέω. Ήταν τραγικό. Όπως καταλαβαίνετε δεν μπορούσα να πάω νηπιαγωγείο υπό αυτές τις συνθήκες. Δε μπορούσα να έχω παρέες και κοινωνικές συναναστροφές».

«Πως τα κατάφερες λοιπόν;»

«Είχα καλούς φίλους. Παιδικά βιβλία, το ταβάνι, το πάτωμα και οι λευκοί τοίχοι του σπιτιού. Ειδικώς οι λευκοί τοίχοι είναι οι καλύτεροι κολλητοί. Χρειάζονται όμως θυσίες για να τους κατακτήσει κανείς. Αρκεί μόνο να κλείνεσαι στον εαυτό σου και να χάνεις την επαφή με τον κόσμο. Απλό δεν είναι; Αποξενώνεσαι και απομακρύνεσαι σταδιακά από όλους και όλα, και τότε οι τοίχοι γίνονται οι καλύτεροι σου φίλοι. Μέχρι να μη θέλεις τίποτα άλλο παρά μόνο το θάνατο. Τους κολλητούς σου τοίχους η το Θάνατο».

Στο δημοτικό τα πράγματα άλλαξαν. Έπρεπε να μάθω πράγματα. Οι γονείς μου προσέλαβαν μια δασκάλα που με διάβαζε πάντα με τα παντζούρια κλειστά και κάτω από το φως της λάμπας. Της φαινόταν παράξενο. Πολύ παράξενο για αυτήν κι έτσι χρειάστηκε οι γονείς μου να το δικαιολογήσουν ως μια σπάνια πάθηση στα μάτια.

Με αυτήν μεγάλωσα ουσιαστικά μιας και οι γιατροί-γονείς μου, έλειπαν συχνά από το σπίτι λόγω 24ων εφημεριών- η δουλειά τους όπως είπαμε-.

«Και δεν έγινες επικίνδυνος γι’ αυτήν»;

«Όχι, ποτέ»

«Πώς;»

«Οι γιατροί -γονείς μου, μπορούσαν να μου εξασφαλίσουν αίμα».

«Ο χρόνος τελείωσε, πρέπει να διακόψουμε εδώ» είπε και ξεκίνησα την επιστροφή στο δωμάτιο μου υπό το άγρυπνο βλέμμα του νοσοκόμου που αν δεν είχα αυτή την ιδιομορφία, θα ήταν δεσμοφύλακας και θα οδηγούμουν τώρα στο κελί μου»

Τικ Τακ Τικ Τακ.

Στο δωμάτιο ξανά η τρέλα κι εγώ πάνω-κάτω, περιστρεφόμενη γύρω από τον εαυτό της σβούρα. Ευτυχώς υπάρχει ένα μικρό παράθυρο   που μου πρόσφερε τσιγάρο στον καθαρό αέρα συνοδευόμενο από βρώμικες σκέψεις πολλές και χαώδεις. Κυρίαρχη η βουτιά στο κενό από το παράθυρο.

Βουτιά από το παράθυρο!Ακούγεται φανταστικό, υπέροχο και είναι μια λύση που θα μου προσφέρονταν σε άλλη περίπτωση απλόχερα, όμως το άγνωστο του θανάτου φάνταζε ακόμα τρομώδες κι έτσι η λύση αυτή ήρθε και κατακάθισε μέσα στην αλλοπρόσαλλη χαοτική ζωή μου. Τη χωρίς ορατή θετική κατάληξη και ίχνος ευτυχίας να διαγράφεται για εμένα λόγω φυσικά της απλής ιδιομορφίας μου που ξεκινά από εντελώς τυχαίο γεγονός (όπως είπαμε) και που μπορεί να συμβεί στον καθένα.

Τικ τακ τικ τακ.

Το τυχαίο, εγώ, το άγρυπνο βλέμμα του νοσοκόμου   και το τικ, τακ του ρολογιού που χτυπά μόνο και μόνο για να μου θυμίζει πόσο ενοχλητικό είναι να έχεις απεριόριστες ώρες χωρίς να μπορείς να τις χρησιμοποιήσεις. Βυθίστηκα σε έναν ταραγμένο ύπνο με εφιάλτες όπου παρέλασαν όσοι σκότωσα. Οι πάντες ήταν εκεί να με στοιχειώνουν.. Όσοι και όσες πέρασαν από την ζωή μου και έχασαν τη δική τους   και όσοι παρέμειναν ζωντανοί αλλά όχι μαζί μου πια – μεσαία επιλογή δεν υπήρχε-. Ξημέρωσε. Η διαδικασία πια γνωστή.

Πρωινό -τα κουνέλια με στο αίμα- που έφερε ο αμίλητος υπηρεσιακός νοσοκόμος με το άγρυπνο βλέμμα του και το τικ τακ των ρολογιών.

«Σε καταλαβαίνω απόλυτα υπηρεσιακέ νοσοκόμε με το άγρυπνο βλέμμα! Τι δουλειά έχεις με εμάς τους παρανοϊκούς; Σε ψυχιατρική κλινική εργάζεσαι. Οφείλεις αγαπητέ να προφυλάξεις το μυαλό σου και την ζωή σου. Πιθανόν έχεις και οικογένεια ή κάποια σχέση. Οπότε είσαι μάλλον φυσιολογικός ανάμεσα σε όλους εμάς τους ανώμαλους. Δε μπορείς να ανακατευτείς με αλλοπρόσαλλους…»

Τίποτα από αυτά όμως δεν είπα τελικά. Έφαγα τα κουνέλια ήσυχα μπροστά του κι αν δεν είχε αυτό το άγρυπνο βλέμμα ίσως και να του πρότεινα να δειπνήσουμε μαζί – όπως απαιτεί η ευγένεια-. Η διαδικασία πια γνωστή.

Άκουγα τα βήματα μου στον πάντα σκοτεινό γνωστό διάδρομο μέχρι το γραφείο του γνωστού ψυχιάτρου και το γνωστό άγρυπνο βλέμμα να σκαρφαλώνει σα κατσαρίδα πάνω στην πλάτη μου. Μου προκαλούσε παράκρουση και μία έντονη επιθυμία να του ορμήσω. Να του βγάλω τα μάτια. Να του μπήξω τα δόντια μου στον λαιμό και μετά αφού του σπάσω το κεφάλι χτυπώντας το με δύναμη στον τοίχο, να τον ξεκοιλιάσω.

«Είσαι παντρεμένος, αρραβωνιασμένος. Σε σχέση;» ρώτησα

«Να μη σε νοιάζει κτήνος»

Εσύ πρέπει να πεθάνεις και ίσως είναι και αυτό που σου αρμόζει, καρφώθηκε έντονα η σκέψη στο μυαλό μου.

«Φτάσαμε. Άνοιξε και μπες»

Ο ψυχαναλυτής πάντα εκεί να περιμένει πίσω από το γραφείο του για να περάσω στο βάθος του δωματίου να κάτσω στο ντιβάνι κι αυτός στην πολυθρόνα του σε απόσταση ασφαλείας.

Μήπως πρέπει να πεθάνει κι αυτός; Μήπως πρέπει να πεθάνουν όλοι εδώ μέσα κι απλά να δραπετεύσω στον δρόμο και να ζήσω ως άγριο σκυλί;

 [η ιδέα εισήλθε και ρίζωσε]

«Κάθισε»

«Μάλιστα»

«Λοιπόν τί νέα; Πώς πέρασες το βράδυ σου;»

«Το ξενοδοχείο έχει άριστες υποδομές, η υπηρεσία δεν είναι και τόσο φιλική»

«Α για τον νοσοκόμο λες. Σκέψου μόνο το που δουλεύει. Έχει και τα προσωπικά του. Αιματάκι σήμερα;»

«Oχι ευχαριστώ. Μη ξοδεύεστε»

«Δε θα αναλύσουμε που λες, τις ζωές άλλων τώρα. Είμαστε εδώ να μιλήσουμε για εσένα. Ήμασταν λοιπόν στην παιδική σου ηλικία…Πες τα μου όλα, μίλησε μου για αυτήν».

«Μέχρι την ενηλικίωση μου δεν έγινε κάτι το απρόοπτο πέρα από αυτήν την κάπως ασυνήθιστη ζωή. Μακριά από σχολείο, φίλους και άλλους συγγενείς. Στην απομόνωση. Σας τα είπα όλα».

«Μετά;»

«Μετά ενηλικιώθηκα».

«Και τότε;»

«Έγινε το πρώτο ατύχημα».

«Ατύχημα;»

«Ναι, ατύχημα».

«Δηλαδή; Πρέπει να το εξηγήσεις αυτό».

Τικ, τακ, τικ, τακ. Άλλο ρολόι εδώ. Σε κάθε δωμάτιο κι ένα ρολόι στον τοίχο. Χτυπάει και μου τρυπάει το μυαλό ενώ οι σκέψεις μου ξεχύνονται παντού ωμές. Πέφτω στο πάτωμα. Οι ξεχυμένες σκέψεις με πονούν στο στήθος και στο κεφάλι. Τικ, τακ, τικ, τακ. Ο ψυχοθεραπευτής στην θέση του κι εγώ στην δική. Όλα σαν καλοκουρδισμένο ρολόι και οι ξεχυμένες σκέψεις ακόμα στο πάτωμα.

Τικ, τακ, τικ, τακ.

«Λοιπόν που είχαμε μείνει;»

«Λίγο πριν με φέρουν έτρωγα σε ένα fast food – και εκεί νομίζω πως…»

«Πώς;»

«Πως ερωτεύτηκα»

«Δηλαδή;»

«Δηλαδή η σερβιτόρα είχε μπει στο μυαλό μου, την έβλεπα παντού μπροστά μου. Στο ύπνο μου ερχόταν γυμνή. Όλη μέρα ήταν η σκέψη μου, γυμνή και πάλι. Για έναν άνθρωπο σαν εμένα,   μια τέτοια κατάσταση είναι πολύ δύσκολη».

«Της το πες; Πώς το χειρίστηκες;»

«To είπα κομψά. Με πράξεις. Της έκλεισα το στόμα, πλησίασα το δικό μου στο δικό της, απόλαυσα το άρωμα από τα στήθη της και την έσφαξα με το κουζινομάχαιρο που είχα πάρει από το σπίτι. Φόρεσα το μπουφάν μου και γύρισα σπίτι. Είναι ωραίο πράγμα ο έρωτας αλλά ξέρετε κι εσείς πως μετά από κάθε τι ωραίο, καταφθάνει η αστυνομία και κάπως έτσι οδηγήθηκα εδώ»

«Νιώθεις καλύτερα τώρα;»

«Το βίωσα ξανά πολύ έντονα. Σαν να ήμουν εκεί και πάλι»

«Έτσι λειτουργεί η ψυχοθεραπεία. Ξανά και ξανά βιώνεις το τραύμα μέχρι να μην σε πονάει πια»

«Ευχαριστώ είναι πολύ ευγενική η όλη διαδικασία. Ιδιαιτέρως αυτό το ίδιο τραύμα «ξανά και ξανά» ακούγεται πολύ αποτελεσματικό αλλά νομίζω πως τέρας θα μείνω για πάντα»

«Ανοησίες. Η προσαρμογή σου έχει ήδη ξεκινήσει και θα ολοκληρωθεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Αλλά κάπου εδώ πέρασε η ώρα. Θα βρεθούμε αύριο πάλι».

Τικ, τακ, τικ, τακ.

Ξανά στον διάδρομο με τη συνοδεία του άγρυπνου νοσοκόμου κι επιστροφή στο δωμάτιο.

«Λοιπόν, συνέρχεσαι;»

«Το πιστεύεις αλήθεια;»

«Nαι».

«Εγώ πάλι νομίζω πως το τέρας θα μείνει για πάντα τέρας».

«Ανοησίες. Για όλους υπάρχει σωτηρία».

«Σε αυτό θα συμφωνήσω αλλά ποια είναι η σωτηρία; η ύπαρξη ή η ανυπαρξία;»

«Άσε τα μελοδραματικά. Δε σου πάνε. Συνετίσου όσο έχεις καιρό γιατί θα καταλήξεις άσχημα»

«Ενδιαφέρεσαι ξαφνικά για ένα κτήνος σαν εμένα, γιατί;»

«Ο παρανοϊκός που βρίσκεται στο διπλανό θάλαμο από εσένα, μου στέρησε ό,τι πολυτιμότερο είχα. Θα τον ήθελα στην ηλεκτρική καρέκλα. Εσύ δεν είσαι όμως τρελός. Είδα τον φάκελο σου.

«Μπορεί να συμβεί στον καθένα. Έγραφε πεντακάθαρα «πρόκειται περί μιας απλής ιδιομορφίας που ξεκινά από εντελώς τυχαίο γεγονός». Απλώς δε ξέρεις να ζήσεις και εδώ μέσα δεν θα το μάθεις ποτέ. Είσαι σε λάθος μέρος με δυό λόγια»

«Ενδιαφέρον αυτό, άγρυπνο υπηρεσιακό βλέμμα. Λοιπόν;»

«Κάθε μέρα ιστορίες θα λέτε, 5…10…15 χρόνια. Τα ίδια πάντα θα λες. Αυτό θέλεις από τη ζωή σου;»

«Δε ξέρω τι θέλω.   Είμαι χαμένος σε έναν κυκλώνα αναμνήσεων και τερατωδών καταστροφών που προκαλώ άθελά μου».

«Πρόκειται περί μιας απλής ιδιομορφίας που ξεκινά από εντελώς τυχαίο γεγονός. Nα βγεις έξω και να ζήσεις, όσο και όπως μπορείς».

[ωραία ιδέα άγρυπνο βλέμμα! -η ιδέα εισήλθε και ρίζωσε]

Τον ακολούθησα. Τικ, τακ, τικ, τακ. Περπατήσαμε.

Με οδήγησε στην αυλή της ψυχιατρικής κλινικής.   Ξεκλείδωσε την καγκελόπορτα.

Τικ, τακ, τικ, τακ.

Όλο   το μίσος για εμένα, για το τυχαίο συμβάν, για το νηπιαγωγείο, τη λάμπα, το άγρυπνο βλέμμα ξεχύθηκε κι αυτό ελεύθερο πάνω στο θύμα-εθελοντή.

Τικ Τακ Τικ Τακ Τικ….

Το κτήνος αφέθηκε ελεύθερο.

Ρίχτηκα στο δρόμο, άγριο αδέσποτο σκυλί. Ελεύθερο, όπως με συμβούλευσε. Ποτέ δεν έμαθα αν το τραύμα του υπήρξε θανατηφόρο ή αν έζησε. Ελπίζω να έζησε. Μου λείπει το άγρυπνο βλέμμα του -το κτήνος έχει κάποιες ευαισθησίες, βλέπετε. Ζει και σκοτώνει μόνο όταν είναι απαραίτητο για να επιβιώσει-.

[ η ιδέα ήρθε και ρίζωσε ]

Θεσσαλονίκη, 12/5/2018.

Ημέρα Πέμπτη. Μια ανδρική κραυγή στο προαύλιο της ψυχιατρικής κλινικής σπάει τη σιωπή της σκοτεινής, βροχερής νύχτας. Οι νοσοκόμοι τρέχουν στο προαύλιο κι εγώ, στην αντίθετη προς αυτούς κατεύθυνση, έτοιμος να δραπετεύσω για να γευτώ την ελευθερία.

 

Γιώργος Δόλγυρας

 

ένθετη φωτογραφία: “Meni Seiridou photography