Δεν έχω περάσει κάτω από μεγάλα κατώφλια: από αποφοιτήσεις σε Πανεπιστήμια με ανθοδέσμες, από γάμους σε εκκλησίες με κοστούμια και νυφικά ή από φυλακές με βραχιόλια στα χέρια. Πέρασα όμως τις πύλες της ζωής μέσα από κλειδαρότρυπες στο μέγεθος της κόρης των ματιών τους και τα έζησα με εκείνους που τους κέρδισα και με κέρδισαν. Με αυτή, την άλλη οικογένεια που δεν επιλέγουμε.
Δάκρυζα μαζί τους στις απονομές των πτυχίων και στις ανθοδέσμες που πετούσαν στον αέρα -κι ας κρυβόμουν μη με βρει καμία και με μαρτυρήσει-.
Έτσι του έλεγα κρυφά εκείνο το βράδυ της τελευταίας πανσελήνου του Αυγούστου, αδειάζοντας το ποτήρι μου στο γαμήλιο τραπέζι.
Τσούγκρισα άλλη μία.
-Στην υγειά της νύφης μας, αναφώνησα καθώς χάζευα τον γαμήλιο χορό.
Η νύφη έλαμπε στην αγκαλιά του πατέρα της και κάθε βηματισμός τους γίνονταν ένα μυστικό κάλεσμα στις μορφές που ξετρύπωναν από το παρελθόν και στριφογύριζαν θαρρείς, μαζί τους. Άσπρο πάτο πήγε η επόμενη γουλιά στη θύμηση εκείνου που λείπει από τη γιορτή. Και η επόμενη, και η επόμενη ..
Σηκώθηκα απότομα να φύγω πλημμυρισμένη από συναισθήματα που μου δέναν το λαιμό -λευκή γαμήλια κορδέλα ή θηλιά; δε μπορούσα να ξεχωρίσω.

Έψαξα το κλειδί του αυτοκινήτου στην τσάντα μου και δάκρυα κουφέτα κύλησαν στο μάγουλό μου μαζί με την κορδέλα που ξετυλίχτηκε πέφτοντας στο έδαφος. Έσκυψα να τη μαζέψω. Χιλιάδες λευκά ανθάκια στο χώμα με οδηγούσαν στο αυτοκίνητο, το σκεπασμένο ολόκληρο από αυτά.
-Μάλλον αυτό είναι η ευτυχία, μονολόγησα.
-Αυτό είναι! ακούστηκε η φωνή εκείνου, κρυμμένου πίσω από το δέντρο με το κλειδί μου τυλιγμένο στο δείκτη του χεριού του.
– Κι έρχεται εκεί που δεν το περιμένεις, του αποκρίθηκα με ένα χαμόγελο υπόσχεσης και λύτρωσης μαζί για αυτή την πύλη που ξεκλείδωσε μέσα μου χωρίς κλειδί, κοιτώντας μόνο από την κλειδαρότρυπα των δικών μου ματιών.

Έφη Προβοπούλου