«Κα-τηγορούμενε, ξέρεις τι κα-τηγορίες σου προσάπτουν και κα-τηγορείσαι σήμερα εδώ;»

Το προτεταμένο χέρι του προέδρου με το δείκτη να σημαδεύει τον καθισμένο άντρα ήταν έτοιμο θαρρείς να πυροβολήσει. Έκανε μεγάλη προσπάθεια να εστιάσει πάνω από τα θολά του γυαλιά. Το χέρι έμενε στην ίδια θέση και το δάχτυλο άρχισε να τρέμει από την αναμονή. Λες και η θερμοκρασία στην αίθουσα είχε σκαρφαλώσει ξαφνικά στους 50 βαθμούς, μια έξαψη άρχισε να κάνει δειλά την εμφάνισή της στα μάγουλά του.

Ο άντρας μέσα στο σταρένιο κοστούμι του δε φάνηκε να ενοχλήθηκε από την τόσο έντονη χειρονομία -άλλωστε υπάρχουν και χειρότερες -.

Αντιθέτως προσπαθούσε με δυσκολία να καταπιεί ξανά και ξανά το γέλιο που προσπαθούσε να δραπετεύσει μέσα από τα δόντια του.

«Είναι λίγο υπερβολικό».

«Αυτό που έκανες;»

« Αυτό που είπατε. Τρεις φορές η λέξη κατηγορώ σε μια πρόταση πάει πολύ. Είναι κρίμα γιατί διαθέτουμε τόσο πλούσια γλώσσα.Θέλετε να ξαναπροσπαθήσετε;

Καθόταν σταυροπόδι, με την άνεση και τη σιγουριά που έχει ο θεατής που παρακολουθεί ένα αστείο θεατρικό στην πρώτη σειρά των επισήμων. Mια ματιά αρκούσε για να διακρίνει κανείς την απορία στα μάτια του, θαρρείς και το έργο παιζόταν σε μια άγνωστη για αυτόν γλώσσα.

Η θερμοκρασία πρέπει να ανέβηκε και άλλο και τα φουσκωμένα μάγουλα του προέδρου έχασαν το φυσιολογικό τους χρώμα.

Με τέτοιο κόκκινο χρώμα παθαίνεις άνετα εγκεφαλικό, όμως σε αυτή την περίπτωση το χέρι του θα έπεφτε οπότε δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας ακόμα.

«Απάντησε στην ερώτηση κατηγορούμενε!»

«Γνωρίζω ότι είμαι εδώ για φόνο.

Το χέρι έπεσε βαριά στο προεδρικό έδρανο. Η απορία του άντρα ξαφνικά άλλαξε στρατόπεδο. Καθρεφτίστηκε στα μάτια του προέδρου. Κοίταξε το χαρτί που είχαν τοποθετήσει με προσοχή μπροστά του. Το εξέτασε λεπτομερώς και όταν εντόπισε το σημείο που ήθελε αντάλλαξε ματιές με τον διπλανό του, που του έγνεψε καταφατικά και συνέχισε.

«Κατηγορείσαι για φθορά δημόσιας περιουσίας»

«Φόνο!»

«Φθορά!»

«Φόνο!»

«Φθορά!»

«Φόνο!»

«Φόνο!»

Είδατε που σας το έλεγα; Το λέτε και μόνος σας κύριε πρόεδρε!

Θα μπορούσε να είναι ένα από εκείνα τα παιχνίδια που δε χορταίνουν τα παιδιά να παίζουν. Όχι οι βώλοι. Ούτε το κρυφτό. Κάτι σαν το «ποιός θα γελάσει πρώτος». Βέβαια εδώ κανείς δε γέλασε. Θα φταίει φαίνεται η σοβαροφάνεια του χώρου. Περίεργο πως η θερμοκρασία μπορεί να πέσει τόσο απρόσμενα χαμηλά σε δευτερόλεπτα.

«Φόνος, κατηγορούμενε, είναι η αφαίρεση μιας ανθρώπινης ζωής. Με δόλο και προμελέτη ή εν βρασμώ ψυχής».

«Θα συμφωνήσω αν εξαιρέσουμε την λέξη «ανθρώπινης». « Για όνομα του Θεού, έχουμε τόσο πλούσια γλώσσα και άλλοτε δεν τη χρησιμοποιείτε καθόλου, άλλοτε αυτοσχεδιάζετε. Μήπως δεν ήπιατε καφέ σήμερα;»

«Σιωπή! Στο προκείμενο. Καταρχάς, είσαι «ο» και «λέγεσαι»

«Άντε πάλι! Το ίδιο με ρωτάτε εις διπλούν. Τελοσπάντων. Ονομάζομαι Αχιλλέας Καραδήμος.Τα υπόλοιπα θα τα πω μόνος μου, μη κουράζεστε. Είμαι 38 ετών, επιχειρηματίας, ζω σε μια μονοκατοικία με την τετραμελή οικογένειά μου και τα πεθερικά κοτρόνα στο κεφάλι μου και λέω σε όλους ότι ζω μια ιδανική ζωή και ότι θα έπρεπε να μου μοιάσουν. Α και ξέχασα να πω, ορκίζομαι να πω όλη την αλήθεια γιατί είμαι και θρήσκος και ο πνευματικός μου αρνήθηκε να μου δώσει άλλο συγχωροχάρτι. Αυτά».

«Γιατί κατέστρεψες το φανάρι;»

«Αγαπητέ κύριε πρόεδρε και σεβαστό δικαστήριο, όταν κάτι που σύμφωνα με εσάς δεν είναι ανθρώπινο αλλά σκοτώνει αυτό που αγαπάς πιο πολύ στον κόσμο,τότε θέλεις να πάρει σάρκα και οστά και να του κάνεις το ίδιο.

«Κύριε Καραδήμο, η φθορά δημόσιας περιουσίας διώκεται ποινικά και το φανάρι ανήκει σε αυτή την κατηγορία».

«Μη μου πείτε ότι επέζησε τελικά!»

«Για ποιον λόγο το κάνατε;»

«Τα λατρεύω τα φανάρια κύριε πρόεδρε – αν και η πράξη μου αποδεικνύει το αντίθετο-. Μου θυμίζουν τη σκλαβιά μου.Αγαπάω να τα μισώ.Ευλαβικά και απόλυτα, τολμώ να πω αρρωστημένα».

Λειτουργούν κάθε μέρα, όλη μέρα. Τρία χρώματα, τρεις έννοιες. Απίστευτα γοητευτικό το έβρισκα από μικρός. Ένας στύλος με τρια χρώματα. Αναρωτιόμουν, έχει κάπου ένα διακόπτη; Σβήνει; Αλλάζει χρώματα; Με σημάδεψαν σκέψεις και αναπάντητα ερωτήματα,γιατί μου έλεγαν ότι είμαι πολύ μικρός για να καταλάβω γιατί.

Έπρεπε όμως να αποκρυπτογραφώ τα χρώματα και να τα θυμάμαι γιατί θα μου χρειαζόντουσαν και αυτά όπως και πολλά άλλα.

Τα υπόλοιπα ήταν λεπτομέρειες που δεν χρειαζόντουσαν.

Ο άντρας με το σταρένιο κοστούμι χλώμιασε.

Δίστασε. Ξεροκατάπιε και το μυαλό του πήγε πολλά χρόνια πίσω.Δάκρυα άρχισαν να κυλάνε από τα μάτια του σαν ξαφνική βροχή. Ασταμάτητα, αγόγγυστα έκλαιγε με λιγμούς που τράνταζαν όλο του το είναι.

Η εικόνα αυτή είναι για πολλούς γνώριμη. Η αναβίωση μια τραυματικής εμπειρίας. Σα να σου μπήγει κάποιος ένα πυρωμένο σύρμα που φτάνει μέχρι τα μύχια της ψυχής. Και όσο βαθαίνει, τόσο πονάει.

«Ήμουν 8. Ένα αυτοκίνητο φρενάρε απότομα. Δεν είχε δει το κόκκινο. Κόρνες στριγγιές, μαρσαρίσματα.Τα μάτια εκείνου είχαν μείνει ακίνητα και με κοιτούσαν. Κατάλαβα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά όταν σταμάτησε να ανοιγοκλείνει τα βλέφαρα του.

Έστρεψα το κεφάλι μου αλλού.

Πέρα από τις υπόκωφες φωνές των ανθρώπων, έξω από το αυτοκίνητο. Η ματιά μου σταμάτησε στο φανάρι που τώρα είχε ανάψει πάλι

πράσινο

πορτοκαλί,

κόκκινο,

πάλι πράσινο

και συνέχιζε τη ζωή του ατάραχο λες κι εμείς δεν υπήρξαμε ποτέ. Όταν άνοιγα τα μάτια μια θολή εικόνα ερχόταν μόνο μπροστά μου. Και δεν ήταν του πατέρα μου. Ήταν αυτού του αναθεματισμένου φαναριού.

Από μικρό παιδί αυτό διάλεξα να θυμάμαι.

Αυτό θέλησα να κρατήσω.

Όλες οι πολύξερες και περισπούδαστες φωνές λέγαν με στόμφο και σιγουριά ότι είναι μικρός και θα ξεχάσει. Σα να μην έγινε ποτέ.

«Κύριε Καραδήμο τα παιδιά μεγαλώνουν γρήγορα και ξεχνάνε γρηγορότερα. Κλαίνε, γελάνε, παίζουν, ζωγραφίζουν. Ένας μικρός φαύλος κύκλος πασπαλισμένος με ροζ σύννεφα».

«Ζωγραφική….τη λάτρευα τη ζωγραφική. Εκείνος έλεγε ότι είχα ταλέντο να δίνω ζωή σε ότι σχημάτιζε το ασταθές αλλά σίγουρο χεράκι μου».

Οι ζωγραφιές μου άλλαξαν όταν εκείνος έφυγε. Και όχι, δεν έγιναν καταθλιπτικές και σκοτεινές, σημάδια μιας ταραγμένης παιδικής ψυχολογίας. Όμως το μόνο πράγμα που θυμάμαι πλέον να ζωγραφίζω, ήταν η ανάμνηση που έφερνε χαμόγελα πικρά στο πρόσωπο μου.

Ήταν αυτό το φανάρι, που σαν κατάρα είχε σφηνωθεί,σαν έμμονη ιδέα θαρρείς στην τρυφερή μου ψυχή και ήταν εκεί άβουλο, χωρίς αισθήματα, θαρρείς και προσπαθούσε να μου δείξει κάτι.

Τρεις ήταν μόνο οι χρησιμοποιημένοι μαρκαδόροι που έπαιρνα από την τεράστια ποικιλία αποχρώσεων για να δώσω ζωή σε μικρά, μεσαία, μεγάλα φανάρια. Κι όταν κόντευαν να τελειώσουν, πατούσα δυνατά το χαρτί και έτριβα με μανία τις μύτες των μαρκαδόρων στους τέλειους καλοσχηματισμένους κύκλους μου.

Ντρεπόμουν να ζητήσω καινούριους μαρκαδόρους.

Άλλωστε η μαμά ανησυχούσε, ο παππούς σούφρωνε τα παχιά του φρύδια κάθε φορά που κοιτούσε τις ζωγραφιές που του χάριζα και άρχιζαν πάλι οι μακρόσυρτες κουβέντες με την ψυχολόγο πίσω από τις κλειστές πόρτες της τραπεζαρίας. Έτσι, χωρίς απόθεμα, τα φανάρια μου άρχισαν να γίνονται θαμπά κι άχρωμα όπως ακριβώς η ζωή μου.

Σιγά σιγά όλα άρχισαν να γίνονται μια πικρή ανάμνηση σε μια ζωή που πήρε άλλη κατεύθυνση.

«Θα έπρεπε να σας ζητήσω να επισπεύσετε κατηγορούμενε, μα βλέπω πως προκαλείτε μια κάποια συγκίνηση στο φιλοθεάμον ακροατήριο οπότε θα σας δώσω λίγο χρόνο ακόμα να τελειώσετε την αυτοψυχανάλυση και να επικεντρωθείτε στο θέμα της σημερινής συνεδρίασης».

«Καλοσύνη σας. Που είχα μείνει;»

«Κάτι λέγατε για μια κατεύθυνση. Αριστερά, δεξιά, πίσω δε ξέρω»

«Ξεκίνησαν σα ψίθυροι. Φωνές που αντηχούσαν από παιδί στο μυαλό μου. Κάποιες τρυφερές και στοργικές, μου χάιδευαν τα αυτιά και την ψυχή. Κάποιες σκληρές και απόλυτες τράνταζαν τον κόσμο μου. Κάποιες επαναλάμβαναν τα ίδια και ίδια λόγια, όπως οι άγνωστες λέξεις μιας γλώσσας που πρέπει να μάθεις απ’έξω και ας μην καταλαβαίνεις την έννοια τους. Οι κανονισμοί και ενδείξεις για μια πετυχημένη πορεία που πρέπει να εκφράζονται σε κάθε ευκαιρία γιατί μπορεί

να μην άκουσα,

να παρανόησα,

να μην κατάλαβα,

ή ίσως απλά είχα αρχίσει να ζωγραφίζω τη λίστα με τους δικούς μου κανόνες.

Πρέπει να ακούς,

πρέπει να σπουδάσεις,

πρέπει να δουλέψεις,

πρέπει να αγαπήσεις,

πρέπει,

πρέπει,

πρέπει…

Και κάπως έτσι σταμάτησα να ζωγραφίζω. Αποφάσισα πως με την πρώτη ευκαιρία θα απαιτούσα από τους γονείς μου να μιλήσουν στον δάσκαλο των καλλιτεχνικών για να με απαλλάξει από το μάθημα. Στη συνέχεια μάζεψα οτιδήποτε συμβατικό συνδέεται με την κατασκευή μιας ζωγραφιάς στον κήπο της αυλής μας.

Μπλοκ ζωγραφικής,

μαρκαδόρους,

καβαλέτα,

πινέλα,

χρώματα.

Όλα εύφλεκτα υλικά που άναψαν αμέσως και μοιράστηκαν μια χορταστική φωτιά με το ξύλινο σπιτάκι του σκύλου – ευτυχώς δεν ήταν μέσα κατά τη διάρκεια αυτής της ένθερμης διαδικασίας-

Πρέπει να είμαι ειλικρινής μαζί σας όμως, υπήρξαν κάποια πράγματα που γλίτωσαν από τη μανία μου όπως οι

μονότονες

επαναλαμβανόμενες

ζωγραφιές

με τα

χρωματιστά φανάρια που

τοποθετήθηκαν βιαστικά στον πάτο ενός κουτιού με τα οικογενειακά άλμπουμ. Άλμπουμ με φωτογραφίες που σταματήσαν βίαια στην ηλικία των οκτώ χρόνων κι άφησαν χώρο κενό για τόσες πολλές φωτογραφίες και αναμνήσεις που δεν συμπληρώθηκαν ποτέ. Σα να μην υπήρξε τίποτα άλλο στη ζωή μου και έπαψα κι εγώ να ζω.

Εγώ

όμως

πότε

πρέπει

να ζήσω;

«Εσείς τι απαντήσατε;»

«Πρέπει να φύγω…»

«Τώρα;»

Όχι αυτή ήταν η απάντηση «πρέπει να φύγω», είπα.

Αυτό επαναλάμβανα μέσα μου σαν μονότονο τραγούδι. Σαν πολεμική ιαχή που αντηχεί με ένταση όταν ξεχύνεσαι στη μάχη. Μόνα μου εφόδια μια βαλίτσα με φρεσκοσιδερωμένα ρούχα, αναμνήσεις κι ένα μυαλό γεμάτο συμβουλές και κατευθυντήριες αρχές.

Να σπουδάσω, να δουλέψω….

«Πρέπει να φύγω»

Πάντα ηχούσε μέσα μου αυτή η φράση που για λίγο είχε χάσει την ορμή της. Είχε χάσει τη σπουδαιότητά, την ένταση, την προσμονή και τη γλυκύτητά της.

«Πρέπει να φύγω» είπα και πέρασα το αστραφτερό μονόπετρο στο δάχτυλο της γυναίκας μου κι ήμουν τότε ο πιο ευτυχισμένος άντρας του κόσμου. Έτσι έλεγα σε όλους. Έτσι μου υπαγόρευε ο εαυτός μου αλλά και η καρδιά μου – ή ίσως ήταν η μόνη φορά μετά από αμέτρητα χρόνια που αυτά τα δυο είχαν πλήρη ταύτιση και σιωπηρή συμφωνία-.

Ξέρω τι άλλαξε στην πορεία αν και επέλεξα να μη θυμάμαι.

Το εμείς έγινε

εγώ,

εσύ,

αυτοί

και πάει λέγοντας.

Απογοητεύτηκα. Είχα πλάσει στο μυαλό μου μια ζωή που απείχε από αυτό που ονειρευόμουν. Οι εφιάλτες επέστρεψαν πιο έντονοι από ποτέ στη ζωή μου. Για μια ακόμη φορά δεν είπα ούτε μια λέξη.

Δεν ρώτησα,

δεν ζήτησα,

δεν ικέτευσα για καινούριο χρώμα.

Δεν αντικατέστησα τους μαρκαδόρους που χρωμάτιζαν τη ζωή μου και γύρισα πάλι πίσω από εκεί που ξεκίνησα. Με τη διαφορά ότι είχα άλλη συντροφιά μαζί μου.Μια γυναίκα, δυο παιδιά. Άνθρωποι που λάτρευα και ομόρφυναν τη ζωή μου αλλά δεν τους επέτρεψα ποτέ να εισέλθουν και να κοιτάξουν από αυτό το μικρό παραθυράκι που έμενε σφαλισμένο στην ίδια πάντα θέση στην ψυχή μου. Άρχισα να απομακρύνομαι αργά και σιωπηλά. Κατέληξα στο ότι εκείνοι δε με νιώθουν, δε με καταλαβαίνουν και απλά μένουν μαζί μου. Άγνωστοι μεταξύ αγνώστων που πρέπει να συστηθούνε πάλι από την αρχή.

Και πάμε στο χτεσινό βράδυ…

«Επιτέλους!»

«Κύριε πρόεδρε είναι ώρα που με κατατρώει η υποψία ότι βαριέστε την απολογία μου»

«Έχω ακούσει και πιο λακωνικές»

«Μια που είμαι εδώ όμως θα συνεχίσω. Ήταν ένα ακόμα συνηθισμένο βράδυ Παρασκευής»

Αυτοκίνητα

στην ευθεία,

στρίβουν αριστερά,

δεξιά,

καμιά φορά προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Γέλια, κλάματα, τραγούδια, φωνές, μαλώματα και σιωπή.

Σχεδόν μυρίζω τα αποτσίγαρα που σιγοκαίνε στο τασάκι. Θέλω να χαθώ στο γκρίζο πηχτό καπνό, στη μεγάλη ομίχλη που φουντώνει απροκάλυπτα σε ένα τόσο μικρό χώρο.

Γεύομαι με τη φαντασία μου αλκοολ και ρίχνω μόνο μια ματιά στα θαμπά πρόσωπα της ομίχλης αυτής. Θα μπορούσα να περιγράφω ώρες και να χάνομαι στη δική τους πραγματικότητα και ας μην την αγγίζω καν, όμως δεν έχω χρόνο.Δεν έχω καθόλου χρόνο.

«Στραβός είσαι; Δε βλέπεις; Άναψε πράσινο. Φύγε! Φύγε!»

Συγγνώμη κύριε πρόεδρε παρασύρθηκα στις σκέψεις και τον ενθουσιασμό της στιγμής, μην τρομάζετε δεν υπάρχει λόγος. Όχι δεν είμαι κλινική περίπτωση -αν και θα μπορούσα να χαρακτηριστώ σαν μια τέτοια-.

Η ώρα λοιπόν περνούσε αβασάνιστα γρήγορα κι εγώ έπρεπε να γυρίσω σπίτι μου πριν χαράξει. Να προλάβω να στιβάξω τα ιδρωμένα και βρώμικα ρούχα στον πάτο του καλαθιού με τα άπλυτα, όσο πιο βαθιά γίνεται, για να μη φαίνονται και να μη μυρίζουν. Να πλυθώ σχολαστικά και αθόρυβα. Να γλιστρήσω στις καλοσιδερωμένες σατέν μπιτζάμες μου με τις ασορτί παντόφλες. Να ξαπλώσω δίπλα στη γυναίκα μου και μάλιστα ακριβώς τη στιγμή που αυτή θα γυρίζει να με αγκαλιάσει στον ύπνο της.

Η πεθερά μου βάση προγράμματος έπειτα από πέντε λεπτά θα ανοίξει την πόρτα να   καμαρώσει εμένα και τη γυναίκα μου που κοιμόμαστε αγκαλιασμένοι και θα της ξεφύγει μια βρισιά για τον άντρα της, που την κλωτσάει όλο το βράδυ και ότι δεν τον παντρεύτηκε μόνo για σωματική επαφή. Όλα τηρούνται κατα γράμμα βάση προγράμματος. Στη συνέχεια θα περάσει από το δωμάτιο της καμαριέρας και θα κλωτσήσει φουρκισμένη την πόρτα της για να την ξυπνήσει να φτιάξει πλουσιοπάροχο πρωινό και ας είναι μόνο πέντε το πρωί. Θα ανοίξει τις πόρτες των παιδιών «μα τόσο όμορφα και τυχερά!» θα μονολογήσει. Θα τα φτύσει και έπειτα θα τα σταυρώσει,καμιά φορά κάνει και τα δυο συγχρόνως.

«Μια παραδοσιακή δυστυχισμένη οικογένεια. Η σύζυγος κύριε Αχιλλέα;»

«Η γυναίκα μου είχε καταλάβει αυτά μου τα νυχτοπερπατήματα τις Παρασκευές. Έβγαινα να πιω; Να ξεδώσω; Να ξεφύγω; Να δω ίσως μια άλλη γυναίκα; Τα ανεχόταν όλα χωρίς ερωτήσεις. Περίμενε να ξεθυμάνω. Να μιλήσω όταν θα είμαι έτοιμος. Και να γυρίσω πραγματικά κοντά της. Όχι μόνο σωματικά αλλά και ψυχικά. Ούτε και εγώ ξέρω πόσα βράδια βασανίστηκε με αναπάντητα ερωτήματα και ξενυχτούσε με προσμονή μέχρι να ξεκινήσει άλλη μια μέρα τη ρουτίνα της. Και στο ξημέρωμα αυτής,με κοίταζε με λαχτάρα και προσπαθούσε να διαβάσει κάτι πάνω μου, να δει πως είχα αλλάξει.Τίποτα όμως δεν άλλαζε χρόνια τώρα.Και ξεκινούσε η επόμενη μέρα βαση ενός νοητού προγράμματος. Χωρίς εκπλήξεις.

«Τελικά τι κάνατε εκείνο το βράδυ Παρασκευής;»                                                                           -«Ό,τι και κάθε Παρασκευή βράδυ.

Καθάριζα φανάρια.

Πείτε το χόμπι, ιδιορρυθμία, εθελοντισμό αν αυτό σας βοηθάει να το κατατάξετε κάπου».

Αφού δεν μπορούσα να τα αφανίσω ένα προς ένα και να ξεκληρίσω αυτή την αγέρωχη και σκληρή πολύχρωμη οικογένεια, αποφάσισα να τα φροντίσω.Λες και θα ζωντάνευαν ποτέ και θα με ευχαριστούσαν για αυτό.Αλλά να,ήταν τότε μπροστά τους που τραγούδησα για τελευταία φορά το αγαπημένο μου τραγούδι και ήμουν μαζί του.

Πιόνι στο τελευταίο σκάκι της ζωής του.

Βλέπετε κύριε πρόεδρε, πως μπορούσα να ξεχάσω; Τη φιγούρα του πατέρα μου δεν την είχα πλέον στα μάτια μου, ενώ αυτά τα συναντούσα παντού.

Όποτε έβγαινα από το σπίτι μου,

όταν πήγαινα σχολείο

αργότερα στη σχολή μου

να συναντήσω φίλους

την κοπέλα μου.

Ήταν παντού και πάντα εκεί.

Δε μπορούσα να τα αποφύγω. Ήταν όλα μέλη της ίδιας χρωματιστής, μονότονης οικογένειας. Κάπως έπρεπε να τα ξορκίσω. Να τα αγαπήσω

ή να τα μισήσω.

Το ίδιο μου κάνει.

Αρκεί να νιώθω έντονα συναισθήματα κάθε φορά που έπρεπε να κοιτάω ένα από αυτά. Το ώφειλα στον εαυτό μου και σε αυτόν. Ήθελα κάπως να τον θυμάμαιι σα φόρο τιμής στη μνήμη του. Να τον θυμάμαι,

Όχι στην τεταμένη ατμόσφαιρα ενός νεκροταφείου με τις βαριές ταφόπλακες,

ούτε στη μυρωδιά των ξεραμένων γαρύφαλλων από παρατημένα στεφάνια,

αλλά εκεί που τον έχασα.

Στους υγρούς δρόμους μιας πολύχρωμης και ζωντανής πόλης, που στέρησε τη ζωή σε έναν άνθρωπο.

«Φασιστική φάρα! Μια ζωή είναι σαν ένα φανάρι.Πάντα άλλοι να ελέγχουν και εσύ να περνάς μόνο όταν το θέλουν αυτά»                                                                                                                                     «Σας παρακαλώ συνεχίστε. Πλένατε τη φάρα εεε το φανάρι»

«Ναι. Είχαν μείνει τέσσερα ακόμα. Αλλά αυτή τη φορά δεν ακολούθησα τη συνήθη ρουτίνα μου. Ήταν ένα περίεργο βράδυ. Δεν ήθελα να συνεχίσω άλλο.Ύστερα από πολύ καιρό ένιωθα την ανάγκη να γυρίσω σπίτι,

να ανοίξω το κουτί με τις ζωγραφιές

και τις αναμνήσεις,

που ήταν ξεχασμένο χρόνια τώρα σε μια σκοτεινή γωνιά της σοφίτας και περίμενε καρτερικά. Άνοιξα το βήμα μου. Δεν κατάλαβα πότε άρχισα να τρέχω. Όταν αντίκρυσα την εξώπορτα σταμάτησα,για να πάρω μια βαθιά ανάσα και να βρω λίγο κουράγιο. Λες κι ήμουν διαρρήκτης και πήγαινα να ληστέψω ένα σπίτι,η αδρεναλίνη μου χτύπησε κόκκινο. Αναγνώρισα αμέσως τον ήχο που έκανε το κλειδί που γυρνούσε στην κλειδαριά και αυτό με χαλάρωσε λίγο.

Ιδρωμένος και βρεγμένος ανέβηκα τις σκάλες με την καρδιά μου να παλεύει να βγει από το στήθος μου, καθώς κατευθυνόμουν στη σοφίτα. Τόσα άχρηστα πράγματα. Σκόνες παντού και σε συνδυασμό με το νερό που έσταζε από πάνω μου άφηνα ένα υγρό και βρώμικο αποτύπωμα σε ότι άγγιζα.

Τα μάτια μου εντόπισαν αυτό που με τόση λαχτάρα έψαχνα.

Ήταν εκεί που το άφησα.

Σαν χτες μου φάνηκε που το έσπρωξα στην πιο αθέατη γωνιά. Το κορδόνι αντιστεκόταν σθεναρά στην προσπάθειά μου να το άνοίξω και έτσι ξέσκισα τις σάρκες του με μανία. Δεν είχα χρόνο να κατέβω στην κουζίνα να πάρω ένα μαχαίρι. Δεν μπορούσα άλλο να περιμένω.Τα χέρια μου μάτωσαν από την προσπάθειά μου να λύσω το κορδόνι που τόσο προσεκτικά έδεσα λίγα χρόνια πριν.Σκούπισα τις παλάμες μου στο βρεγμένο παντελόνι και έτεινα στο περιεχόμενο του κουτιού λαίμαργα.

Βρήκα τις παλιές μου ζωγραφιές και σκάλισα πιο βαθιά ώσπου βρήκα αυτό που έψαχνα. Μια φωτογραφία μπροστά στο τζάκι.

Εκείνος με πλατύ χαμόγελο σκάλιζε τα κούτσουρα και εγώ είχα γραπώσει το δεξί του πόδι λες και φοβόμουν ότι θα γίνει ένα με τη στάχτη τους και θα χαθεί.

Τα μάτια μου πλημμύρισαν για ακόμα μια φορά. Με πιο πολύ ορμή και θράσος αυτή τη φορά. Για όσα έκλεινα τόσα χρόνια μέσα μου, για όσα δεν είπα ποτέ,

για όσα φοβόμουν να νιώσω.

Μια οικογένεια που αγαπούσα. Μια γυναίκα που λάτρεψα, λόγοι για να ξεκινήσω από την αρχή, απαλλαγμένος πια. Την έβαλα σε ένα βάθρο και όμως την καταπόντιζα μέρα με τη μέρα σαν ιός που ρουφούσε ενέργεια και δύναμη αδιάκοπα και μόλυνε τα πάντα.

Δε ξέρω πόση ώρα στεκόταν μπροστά μου σε απόσταση αναπνοής.Δεν την είχα δει να έρχεται,δεν είχα ακούσει τον ανάλαφρο βηματισμό της. Με κοιτούσε με λυπημένα μάτια. Ένιωθα ότι χάϊδευε την ψυχή μου με τόση τρυφερότητα, με ένα μόνο της βλέμμα.

Και τότε πήρα λίγο θάρρος.

Δε ζούμε, της είπα αχνά με όση δύναμη μου είχε απομείνει. Αν είχα το σθένος θα ούρλιαζα αυτή τη μικρή πρόταση

ξανά και ξανά,

μέχρι να χάσει τη σημασία της και την επιρροή της πάνω μου.

Ενώσαμε τα δάκρυά μας και μείναμε πολλή ώρα ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Έγινα ξανά το οκτάχρονο αγόρι που έκλαιγε με αναφιλητά.Της τα είπα όλα. Όσα συνέβησαν στη ζωή μου,τους φόβους μου, την άρνησή στη ζωή και στον εαυτό μου.

Ξεχύθηκαν όλα σαν καταρράκτης που έπεφτε με απίστευτη ορμή. Όμως αντί να λυγίσει στη δύναμή του,αυτή χαμογέλασε αχνά και με αγκάλιασε πιο σφιχτά αυτή τη φορά. Με σήκωσε από το χέρι και μου είπε να περιμένω.

Η μορφή της χάθηκε ανάμεσα στις ακίνητες φιγούρες που ήταν διάσπαρτες στο χώρο. Επέστρεψε γρήγορα φορώντας το γαλάζιο της αδιάβροχο ενώ στο χέρι της κρατούσε το δικό μου. Μου το φόρεσε με επιδέξιες κινήσεις και ενώ ο αστείος θόρυβος του τελευταίου κουμπιού έσπαγε τη σιωπή, με κοίταξε με λαχτάρα στα μάτια και με φίλησε στοργικά στα χείλη.

«Δε ζούμε, αλλά ποτέ δεν είναι αργά για να ζήσουμε».

Η φωνή της ήταν σταθερή, γεμάτη σιγουριά και σιωπηλή ενθάρρυνση.Την κοίταζα με απορία και ήθελα να ρωτήσω πολλά όμως την εμπιστεύτηκα με όλη μου τη δύναμη και την άφησα να με οδηγήσει.

Συγκράτησα ένα μικρό χαμόγελο που ανέβηκε στα χείλη μου. Δε ξέρω αν το ένιωθα, αλλά ξέρω ότι είχα πολύ ανάγκη να ακούσω αυτά τα λόγια.

Όταν κατεβαίναμε τις σκάλες διέκρινα με απορία να κρατάει κάτι βαρύ στο αριστερό της χέρι και σε κάθε της βήμα αυτό πάλευε να αγγίξει το πάτωμα.

Ξαφνικά με κυρίεψε φόβος. Κατάλαβα τι ήθελε να κάνουμε.

Είχε πιάσει ένα απαλό ψιλόβροχο. Ξέρω ότι φοβάται να οδηγεί όταν βρέχει όμως τώρα ήταν αποφασισμένη να φτάσει εκεί που ήθελε ακόμα και αν έπρεπε να οδηγήσει με κλειστά μάτια. Μείναμε αμίλητοι σε όλη την διαδρομή, χωρίς να κοιτάξουμε ούτε μια φορά ο ένας τον άλλο. Δεν χρειαζόταν πια.Τα είχαμε πει όλα. Και συμφωνήσαμε με τα μάτια να μιλάμε πια την ίδια γλώσσα.

Φτάσαμε.

Βγήκε θαραλλέα από το αμάξι και κατευθύνθηκε με γρήγορο βήμα προς εμένα. Μου έδωσε τη βαριοπούλα και μου χαμογέλασε. Την πήρα με τρεμάμενα χέρια. Βγήκα από το αυτοκίνητο και την προσπέρασα ακουμπώντας την ελαφρά στον ώμο, για να πάρω δύναμη από την παρουσία της.

Ήταν σχεδόν τέσσερις το ξημέρωμα κι ελάχιστα αυτοκίνητα περνούσαν από αυτόν τον δρόμο. Περίμενα να ζωντανέψουν επίπονες εικόνες γύρω μου.Να μαζευτεί κόσμος. Να μπω στο αυτοκίνητο και κλαίγοντας να παρακαλέσω τη γυναίκα μου να με πάρει από δω και να φύγει μακριά.

Έμεινα.

Το σώμα μου ήταν πιο βαρύ από ποτέ όμως ήταν η ώρα να αφήσω εδώ το φορτίο του. Με τα πόδια καρφωμένα στην άσφαλτο το πρώτο πράγμα που αντίκρυσα ήταν το φανάρι.Το ίδιο εκείνο φανάρι που αντίκρυσα παιδί, στην προσπάθειά μου να αποστρέψω το βλέμμα από τον πόνο που ξετυλιγόταν μπροστά στα μάτια μου και μου πλήγωνε τη ψυχή. Χαμήλωσα τα μάτια μου στο δρόμο κι άρχισα να σιγοτραγουδώ το τραγούδι που λέγαμε τότε. Ακόμα το θυμόμουν.

Είχα ορκιστεί ότι ποτέ ξανά δεν θα το ξεστομίσω αλλά τα λόγια του ερχόντουσαν αβίαστα στη μνήμη μου. Όπως και η μορφή του.Κάλυψε τα πάντα γύρω μου και έκανε το ραντεβού μας με το θάνατο να μοιάζει πια ασήμαντο. Έκλεισα τα μάτια και βρέθηκα πάλι στο ίδιο αυτοκίνητο και τραγουδούσα δυνατά αυτή τη φορά και ορκίζομαι ότι άκουσα πάλι την φωνή του.

Χαμογέλασα πλατιά και έμεινα να το παρατηρώ και να μετράω τα χρόνια της ζωής μου.

Για μένα το κόκκινο κράτησε χρόνια γιατί όταν άναβε πράσινο φοβόμουν να προχωρήσω.

Όταν χόρτασαν τα μάτια μου απλά σήκωσα τη βαριοπούλα.Τα υπόλοιπα τα ξέρετε.

«Αχιλλέα».

«Κύριε πρόεδρε είμαι έτοιμος να αναλάβω τις ευθύνες μου».

«Θα…»

«Ποια είναι η ετυμηγορία;»

«Λοιπόν»

«Μη με κρατάτε άλλο σε αγωνία».

«Ε θα μ’αφήσεις να μιλήσω;»

« Συγγνώμη έχετε δίκιο»

«Λοιπόν ήρθες σήμερα κατηγορούμενος για μια κατηγορία που μου διαφεύγει αυτή τη στιγμή, κοινώς δε θυμάμαι γιατί κατηγορείσαι. Πάντως θα πληρώσεις κάτι, ίσως σου κοπανήσω και μια φυλάκιση με αναστολή. Αμφιταλαντεύομαι κιι εγώ γιατί και να το κάνω πάλι θα πληρώσεις και θα βγεις. Για να μιλήσω στη γλώσσα σου μέσα μου αναβοσβήνει το κίτρινο»

« Και αν θυμάμαι καλά από το μάθημα κυκλοφοριακής αγωγής το επόμενο που έρχεται είναι το κόκκινο κύριε πρόεδρε»

« Κάποτε όμως θα έχουμε μόνο πράσινο στη ζωή μας και ποτέ δεν θα κουραστούμε να οδηγάμε.

« Ε τότε άναψε γαμώτο, άναψε!»

 

Αναστασία Συμεωνίδου