Το φως του δωματίου απλωνόταν με αγριότητα πάνω στους λευκούς τοίχους. Έσερνε τις πελώριες σκιές στο πάτωμα και σταματούσε μπροστά στην κλειστή πράσινη πόρτα. Δωμάτιο 110. Δεύτερος όροφος της ανατολικής πτέρυγας της ψυχιατρικής κλινικής «Άγιος- Αντώνιος». Θα μπορούσε να είναι ένα οποιοδήποτε δωμάτιο σε μια οποιαδήποτε κλινική. Αλλά για μένα ήταν το δικό μου δωμάτιο, το καταφύγιο μου τις πέντε τελευταίες μέρες. Πως έφτασα εδώ; Τι με κρατάει εδώ μέσα; Στα λευκά σεντόνια δεν βρίσκω απαντήσεις και οι νοσοκόμοι χαμογελούν αδιάφορα. Όσο για το μυαλό μου; Χάνεται στην τελευταία όμορφη μέρα.

Φυλαχτείτε από τις όμορφες μέρες!

Εκείνες τις μέρες που λες ας σταματήσει ο χρόνος, ας σταματήσει η θάλασσα να ξεβράζει κοχύλια, ας σταματήσουν τα σύννεφα.
Ε, λοιπόν εκείνες τις μέρες μυρωδιά δεν παίρνεις πως ξεσπούν οι μπόρες. Αιφνίδιες και σαρωτικές. Σ’ αυτή την μέρα σταμάτησε ο χρόνος και από τότε με τρώει όπως το σαράκι τρώει το τραπέζι χωρίς καν να ακούς τον συνεχόμενο ήχο του τριξίματος.

Ξύπνησα χαρούμενη εκείνο το πρωί. Γιατί να μην είμαι; Αυτό που ορίζει χαρά ο καθένας εγώ το ζω. Το ζούσα. Σπίτι, δουλειά, αυτοκίνητο και έναν σύζυγο που μ’ αγαπούσε. Προφανώς αντιμετωπίζαμε κάποια προβλήματα. Οι δυσκολίες ωστόσο, ξεπερνιόντουσαν. Στο τσίρκο που είχα στήσει για σπιτικό εκείνος ήταν ο διευθυντής και εγώ ο κλόουν. Κατά καιρούς οι φίλοι και οι συγγενείς περιδιάβαιναν το κατώφλι μας.
«Μα τι ωραία περάσαμε και σήμερα!» Χειροκρότημα για την απολαυστική βραδιά και ραντεβού για την επόμενη παράσταση. Ωραίες μέρες! Μερικές φορές έπινα λίγο παραπάνω για να ευθυμήσω, να γελάσω κι’ εγώ. Αλλά κατέληγα μεθυσμένη, συγχυσμένη και παρεξηγημένη.

Ωστόσο εκείνο το πρωί ξύπνησα χαρούμενη. Ήπια καφέ στην τυχερή μου κούπα με το σπασμένο χερούλι και τα ξεβαμμένα αρκουδάκια και ετοιμάστηκα για την δουλειά. Εκείνος είχε φύγει από νωρίς για το δικηγορικό του γραφείο. Θυμάμαι το φιλί του. «Όπως είπαμε για σήμερα» μου ψιθύρισε γαργαλώντας μου το αυτί. Τι εννοούσε άραγε; Αναστέναξα κοιτώντας το πρόσωπο μου στον καθρέφτη. Τελευταία κίνηση ήταν να πάρω ένα μήλο και να το ρίξω βιαστικά στην τσάντα μου. Βγήκα από το σπίτι φορώντας το κασκόλ μου. Μπήκα στο αυτοκίνητο και έφυγα. Θα έφτανα στο γραφείο ανακαινίσεων εσωτερικών χώρων και εκεί θα με περίμεναν τουλάχιστον δέκα τηλέφωνα. Δεν είναι δικό μου, δουλεύω γραμματέας αλλά εκτελώ και χρέη διευθύντριας όταν εκείνη περνάει τις «φάσεις» της. Δεν είναι κακιά, ούτε αυστηρή αλλά έχει τα δικά της κολλήματα. Και σήμερα ήταν μια τέτοια μέρα.

Έφτασα στο γραφείο και η βοηθός μου με πληροφόρησε ότι με περίμενε ένας άνδρας. Μόλις μπήκα μέσα τον είδα. Φορούσε τζιν παντελόνι και μπλε μπουφάν σχεδόν βρώμικο, σχεδόν παλιό. Τα ίδια φορούσε και όταν τον πρωτοείδα μια βδομάδα πριν. Ο ιδιωτικός αστυνομικός που είχα προσλάβει για να μάθω αν ο διευθυντής του τσίρκου με κεράτωνε. Τουλάχιστον θα ήξερα την αλήθεια. Πήρα βαθιά ανάσα και τον κοίταξα με ανυπομονησία.

«Λοιπόν;»

«Ο σύζυγός σας είναι άμεμπτου ηθικής».

Η όμορφη μέρα συνεχιζόταν όμως εγώ δεν μπορούσα να ηρεμήσω. Και οι ώρες που λείπει; Τα ψέματα που ανακαλύπτω ότι μου λέει; Τα γυναικεία αρώματα που μυρίζω πάνω του;

Ανδρική αλληλεγγύη ή δική μου εμμονή; Τον πλήρωσα και έφυγε. Άνοιξα το παράθυρο για να πάρω αέρα. Δεν είχα όρεξη να δουλέψω και έπειτα από αρκετές προσπάθειες τα παράτησα. Με ενοχλούσε λιγάκι η ιδέα ότι ο άνδρας μου τελικά δεν με απατά. Με ενοχλούσε η βασανιστική αίσθηση ότι κάτι μου ξέφευγε.

Το πρωί εκείνο αντί να βουλιάξω πίσω από την χαρτούρα του γραφείο τα παράτησα όλα και βγήκα να περπατήσω. Χάθηκα στο πλήθος για να ηρεμήσω. Είδα βιτρίνες και αγόρασα ένα χωνάκι παγωτό με γεύση βανίλια. Κοιτούσα γύρω μου υπνωτιστικά. Το παγωτό ακολούθησε μια τυρόπιτα και την τυρόπιτα ένα μιλκ σέικ. Δεν ένιωθα γεύση, δεν ένιωθα τίποτα. Μόνο μια έκρηξη αδρεναλίνης καθώς έφτανα έξω από το γραφείο του. Ήθελα να τον δω. Να διαβάσω τα μάτια του. Να τον ρωτήσω τι είπαμε για σήμερα.

Στην αρχή άκουσα ψίθυρους ανακατεμένους με βογγητά. Το γραφείο του είναι το τελευταίο του πέμπτου ορόφου. Ο διάδρομος μακρύς και σκοτεινός. Όσο έψαχνα τα κλειδιά μου νόμιζα ότι οι ήχοι έρχονταν από κάπου αλλού. Τι στο καλό μόνο ο δικός μου άνδρας ξενοπηδάει; Όταν τελικά μπήκα στο προθάλαμο σιγουρεύτηκα. Πίσω από την πόρτα που οδηγούσε στα άδυτα του δικηγορικού του γραφείου εκτυλίσσονταν η απιστία του. Τέτοια αγαλλίαση δεν ένιωσα ποτέ. Δεν τους διέκοψα. Έβγαλα το μήλο από τη τσάντα μου και το μασούλησα αργά αργά. Όταν έφτασα στο κοτσάνι εκείνοι μάλλον άναβαν τσιγάρο. Τότε αποφάσισα να κάνω την εμφάνισή μου. Αλλά δεν την έκανα. Βγήκα με ηρεμία στο σκοτεινό διάδρομο και μέσα σε λίγα λεπτά ανέπνεα το καθαρό αέρα.

Όταν περιμένεις τον άπιστο άνδρα σου για δείπνο, η λύση είναι μία. Να του προσφέρεις κάτι αλησμόνητο. Να το χορτάσει. Να το χαρεί με την απαράβατη υπόσχεση να είναι το τελευταίο του. Σε αυτό θα με βοηθούσε το φάρμακο για το σαράκι. Το είχα πάρει από την απολυμαντική εταιρία με την οποία συνεργαζόταν το γραφείο μου. Ήταν επικίνδυνο μου είχαν πει και μου είχαν συστήσει να το έχω μακριά από παιδιά. Αλλά όχι μακριά από συζύγους. Το αναλογίστηκα όλο το υπόλοιπο της μέρας, αλλά τελικά μου ήρθε μια νέα έμπνευση. Σκέφτηκα κάτι πολύ καλύτερο. Το απορρυπαντικό πλυντηρίου. Μια πλύση στομάχου ίσως ήταν ένας τρόπος να τον πονέσω. Σιχαινόταν τα νοσοκομεία και σίγουρα θα ξερνούσε όλο το βράδυ, όσο εγώ θα ετοίμαζα τις βαλίτσες για να φύγω. Το πρωί θα είχε να καθαρίσει και τους εμετούς του. Ωστόσο στο τέλος βρέθηκα πάνω από την κατσαρόλα να ανακατεύω την σάλτα «αλά απιστία» ρίχνοντας λίγο καθαριστικό τζαμιών με μια μικρή πρέσα λευκή σκόνη απορρυπαντικού που εξαφανίζει και τους πιο επίμονους λεκέδες.

Τον άκουσα να μπαίνει την ώρα που άναβα τα κεριά σκεφτόμενη μήπως θα έπρεπε να καλέσω και τον ιδιωτικό ντεντέκτιβ, αλλά αποφάσισα να κρατήσω όλο το μίσος μου για τον άνδρα μου. Άρχισα ως συνήθως την φλυαρία μου για τον καιρό, την ακρίβεια και την δουλειά όσο εκείνος έβγαζε τα παπούτσια, το παντελόνι και την μπλούζα. Για μια στιγμή σκέφτηκα να τα παρατήσω όλα. Δεν είμαι εγώ γι’ αυτά. Ας έκανα έναν καβγά και μετά ας έφευγα, αλλά τώρα πια δεν μπορούσα να σταματήσω. Εκείνος πεινούσε σαν λύκος και εγώ σαν τσακάλι. Καθίσαμε αντικριστά.

«Λοιπόν θα μου πεις πως ήταν η μέρα σου;» τον ρώτησα την ώρα που τύλιγε τα μακαρόνια γύρω από το πιρούνι του.

«Χάλια. Ανατρεπτική. Θα πάθεις πλάκα αν σου πω.» Έχωσε τα μακαρόνια στο στόμα του και με κοίταξε στα μάτια. Είχε μικρές χαμογελαστές ρυτίδες. Μασουλούσε αργά αργά και με κοιτούσε.

«Πες μου μπορεί να σου πω κι’ εγώ κάτι και να πάθεις κι’ εσύ πλάκα.» Δεν κατέβασα τα μάτια μου από τα δικά του. Δεύτερη πιρουνιά με πολύ δόση σάλτσας.

«Είχα μια δίκη σήμερα, αλλά αναβλήθηκε και έτσι επέστρεψα στο γραφείο κατά τις δώδεκα.»

«Και; ‘Έλα μίλα επιτέλους. Θέλω να ακούσω την ιστορία σου.»

«Μ’ αρέσει να σ’ αφήνω σε αναμονή. Τα πράγματα πήγαν λίγο στραβά. Βρήκα την καινούρια μου γραμματέα σχεδόν γυμνή στην αγκαλιά του εραστή της ξαπλωμένη στον καναπέ του γραφείου μου». Γέλασε και έφαγε ακόμα μια μπουκιά. «Θέλω μετά να σου δείξω πως τους βρήκα. Εσύ θέλεις;»

«Μην φας άλλο» μίλησα ψιθυριστά. Είχα θυμηθεί τι είχαμε κανονίσει για σήμερα. Και θυμήθηκα πόσο ήθελα να βυθιστώ στο άγριο μυστήριό του.

«Τι λες; Τι έπαθες; Αφού έτσι το κανονίσαμε για σήμερα. Τώρα κανονικά θα πρέπει να μου πεις κάτι που θα μ’ ανάψει. Ήταν δύσκολη μέρα και καταλαβαίνεις πως ένιωσα μ’ αυτό που αντίκρισα…»

Δεν ένιωσα την ανάγκη να τον σταματήσω. Όσην ώρα μιλούσε μέσα στο κεφάλι μου έσκαγαν πυροτεχνήματα. Τόσο φανταχτερά. Τόσο πλούσια που με τύφλωναν. Με σήκωναν ψιλά και με στριφογύριζαν μέσα σε ένα δυνατό μαύρο σκοτάδι.

Δεν θυμάμαι τίποτα μετά από αυτό. Ξυπνάω και θυμάμαι όσα θέλω να ξεχάσω… Κάθεται δίπλα μου. Δεν πέθανε. Η έκφρασή του όταν με επισκέφθηκε για πρώτη φορά μου προξένησε περιέργεια. Θλίψη ή θρίαμβος; Τι κρυβόταν από πίσω;

«Πέρασες ένα σοκ, αλλά τώρα θα γίνεις καλά και θα επιστρέψεις στο σπίτι.» μου μιλούσε χωρίς να μ’ αγγίζει.

«Σπίτι;» Γύρισα το πρόσωπό μου και κοίταξα έξω από το παράθυρο.

«Στο σπίτι μας θα αναρρώσεις από το άγχος».

Ποιο άγχος; Ποιος λέει ότι έχω άγχος;

«Συγνώμη», του είπα χωρίς να το εννοώ.

«Δεν πειράζει αγάπη μου. Καιρός είναι να αλλάξουμε νούμερα στο τσίρκο.»

«Στο τσίρκο;»

« Ναι δεν θυμάσαι; Κάθε μήνα ένα νούμερο. Αυτό τον μήνα ήταν η δική μου απιστία. Αλλά δεν περίμενα να το πάρεις τόσο σοβαρά. Παραλίγο να με σκοτώσεις. Αφού κι εσύ κάνεις γούστο, μην το χαλάσεις τώρα. Θα σε περιμένω να βγεις. Οι γιατροί είπαν ότι δεν θα μείνεις για πολύ εδώ» Έκλεισα τα μάτια και άφησα ένα δάκρυ να μου ζεστάνει το μάγουλο μου. Έμεινα έτσι μέχρι που κοιμήθηκα κάτω από το άγρυπνο βλέμμα του..

Δήμητρα Β. Ζιώγα