Ο Τσάρλι έστρεψε το μοναδικό του μάτι προς το ρολόι πάνω στη βιβλιοθήκη. 5:40. Ξημέρωνε. Μάλλον Παραμονή Χριστουγέννων. Δεν ήταν σίγουρος, αλλά η ανεπαίσθητη ευωδιά του ψητού που ξαπόστασε νωχελικά στην επιφάνεια του νερού, ανέσυρε αμυδρά κάποιες αναμνήσεις. Χρονολογία, δεν θυμόταν. Ο χρόνος είχε σταματήσει τη μέρα που βρήκε την Ρουθ. Ή μήπως αύτη τον βρήκε; Μα τί σημασία έχουν αυτά και τι να πει κι ο χρόνος τελοσπάντων; Είχε βρει τη θέση του κοντά της κι αυτό του ήταν αρκετό.
Την αγαπούσε. Μαζί με τις ρυτίδες της. Με τη μελαγχολία ζωγραφισμένη στα μάτια. Την είχε δει με τη γκρι ξεφτισμένη ρόμπα και τα ρόλει στα μαλλιά. Άκουγε κάθε πρωί το σούρσιμο της παντόφλας της στο ξύλινο πάτωμα. Πάντα κουρασμένη. Πάντα μόνη. Αλλά την αγαπούσε, ακόμα κι έτσι. Κυρίως έτσι. Η καλημέρα που έβγαινε από τα γλυκά της χείλη κάθε πρωί όταν τον έβλεπε, ήταν καθημερινά μια νέα αρχή. Έφτιαχνε τον καφέ της και κάθονταν δίπλα του και μοιράζονταν τους προβληματισμούς της, τα άγχη της, τη στενοχώρια, αλλά και τη χαρά και τα ευτράπελα της ζωής της. Όχι ότι θα τα θυμόταν μετά από λίγη ώρα – ο Τσάρλι είχε το χάρισμα της λήθης. Για όσο όμως κρατούσε αυτή η καθημερινή ιεροτελεστία, ο Τσάρλι ήταν εκεί. Να την ακούει χωρίς να την κρίνει. Ήταν ο έμπιστος φίλος της. Να της δίνει συμβουλές, κι ας μη τις καταλάβαινε πάντα. Δεν περίμενε τίποτα από τη Ρουθ, του τα χάριζε όλα από μόνη
της. Η Ρουθ ήταν τα πρωινά, τα μεσημέρια και τα βράδια του. Κι αυτός, τα δικά της. Την αγαπούσε. Όπως τον αγαπούσε κι εκείνη. Γι’ αυτό, ήταν σίγουρος. Η αγάπη αυτή, ήταν αποτυπωμένη με πύρινα γράμματα στη μικροσκοπική καρδιά του. Τα υπόλοιπα, θα τα ξεχνούσε . Αυτό, ποτέ.
Έφερε μια στροφή κι έστησε αυτί. Η Ρουθ, ήταν στο πόδι από τις 4:00 και πηγαινοερχόταν σαν δαιμονισμένη μέσα στη κουζίνα. Ντουλάπια ανοιγόκλειναν. Πιάτα έπεσαν. Βρισιές βγήκαν από τα χείλη της, που μόνο γλυκά δεν ήταν τώρα. Στο σαλόνι επικρατούσε μια αναμπουμπούλα φοβερή – τα ντιβάνια ήταν τραβηγμένα στην άκρη, όπως και το πικ-απ. Μαξιλάρια πεταμένα παντού, σαν μη-με-λησμόνει που τα πήρε ο αγέρας και τα σκόρπισε στη γη. Και η συνήθως ήρεμη Ρουθ, ροβολούσε σαν ξεμαλλιασμένο άτι μεταξύ κουζίνας και σαλονιού. Αυτό το πρωινό, ξέχασε να του πει καλημέρα. Δεν ήπιε τον καφέ της δίπλα του. Δεν του άνοιξε τη καρδιά της. Δεν του είχε σερβίρει καν το πρωινό του! Ο Τσάρλι έφερε ακόμα μια στροφή.
– «Μα τί είναι αυτό τώρα; Τί συμβαίνει εδώ πέρα;»
Η ανησυχία βρήκε την ευκαιρία και τρύπωσε στη ψυχή του. Την άκουγε που μονολογούσε όπως γοργοπόδιζε και μια ξεχασμένη πληροφορία βρήκε το δρόμο της προς στη μνήμη του: Ήταν Παραμονή Χριστουγέννων. Και η Ρουθ, περίμενε επισκέψεις. Και ξέχασε να τον καλημερίσει. Και δεν του μίλησε. Και η ανησυχία που είχε νωρίτερα τρυπώσει, έξαφνα γιγάντωσε. Κι αυτά τα πράγματα, δεν τα ξεχνάς μετά από λίγο. Κι ας έχεις το χάρισμα της λήθης.
Κούρνιασε σε μια γωνιά κι έμεινε να παρατηρεί την αγαπημένη του που τον είχε ξεχάσει. Και η ανησυχία, έγινε φόβος. Αποκοιμήθηκε, πίσω από τους γυάλινους τοίχους του.Τον ξύπνησε μια χαρούμενη παιδική τσιρίδα. Πετάχτηκε έξω και από συνήθεια κοίταξε το ρολόι στη βιβλιοθήκη. 3:20. Μεσημέρι. Δεν το περίμενε αυτό, ήταν τόσο ήσυχα τα μεσημέρια στο σαλόνι. Στράφηκε προς το μέρος της τσιρίδας κι έμεινε αποσβολωμένος μπροστά στο θέαμα. 12 νοματαίοι χυμένοι σαν τσουβάλια. Γιορτινά τσουβάλια όμως, μιας και φορούσαν τα καλά τους και κάτι άθλια χάρτινα καπελάκια στο κεφάλι. Γελούσαν κι έπαιζαν ένα παιχνίδι με κάτι κάρτες και φαίνονταν χαρούμενοι και εν μέσω όλων αυτών, η Ρουθ. Η Ρουθ, πάλι κουρασμένη, μα χαμογελαστή. Αυτάρκης. Ευτυχισμένη, ανάμεσα σε άλλους. Η Ρουθ που είχε ξεχάσει να του βάλει φαγητό. Και να του πει καλημέρα. Η Ρουθ, που ξέχασε σήμερα να τον αγαπήσει. Με μιας, η ψυχή του Τσάρλι γέμισε ανησυχία και μετά φόβο. Κι ο φόβος, σε κάνει να θυμάσαι πράματα που έχεις ξεχάσει. Ακόμα κι αν έχεις το χάρισμα της λήθης.Κι ο φόβος, του έδωσε φτερά. Μέσα στον πανζουρλισμό και τις φωνές, τη καρδιά του γέμισε μία και μόνο σκέψη. «Αγάπα με». Και πριν η σκέψη σηκώσει αντιρρήσεις, η ουρά του τινάχτηκε από μόνη της και τον εκτόξευσε στον μπουκωμένο από γέλια αέρα. Χρειάστηκαν μερικά δευτερόλεπτα μόνο για να προσγειωθεί απότομα μπροστά στα πόδια της Ρουθ, μα ήταν αρκετά για να συνειδητοποιήσει πως αυτή η αποστολή αυτοκτονίας, ήταν ιερή. Ήταν ιερή, γιατί στόχευε στην καρδιά της.
Δεν τον είδε. Σπαρταρούσε στα πόδια της, ικετεύοντάς την θαρρείς για να τον δει. Να τον αγαπήσει και πάλι. Μα δεν τον είδε. Απέμεινε ξέπνοος, να περιμένει το αναπόφευκτο τέλος. Η Ρουθ, δεν τον είδε. Μα τον είδε εκείνη. Εκείνη που τόσο απότομα τον είχε ξυπνήσει και τον είχε επαναφέρει στην πραγματικότητα. Εκείνη η παιδική τσιρίδα, που τώρα είχε πρόσωπο. Ένα πρόσωπο αλλοιωμένο από την ανησυχία, με 2 πόδια που πετάχτηκαν σαν ελατήρια και 2 χέρια που τον σήκωσαν απαλά από το ξύλο και τον έριξαν ξανά μέσα στη γυάλα του. Ένα ζευγάρι μάτια κόλλησαν στο γυαλί και τον παρατηρούσαν. Ο Τσάρλι, άρχισε πάλι να αναπνέει κανονικά. Εστίασε το βλέμμα του στα μάτια που τον παρατηρούσαν. Και λίγο λίγο, ο φόβος έφυγε από την ψυχή του. Η ανησυχία, τον άφησε κι αυτή. Η αγάπη, είχε τώρα άλλο πρόσωπο. Έμενε μόνο να μάθει το όνομά της. Κι ας το ξεχνούσε μετά.

Δομνίκη Λαγονίκα